Για το φαράγγι της Καντάνου η κατσούνα, γράφει ο Ζαχαρίας Σολανάκης
Κάθομαι που λέτε χωριανοί με τη γρα μου στη φωθιά και κουβεδιάζουμε τα οικογενειακά μας και λέμε κι άλλα διάφορα για να περνά η ώρα δυο γερόντω που είναι μοναχοί ντωνε.
- Σήκω γρα να συμπάνεις τη φωθιά τση λέω και δεν προλαβαίνω να τελειώσω τον λόγο μου και χτυπά η πόρτα.
- Τέθοια ώρα ποιος νά ’ναι, με ρωτά.
- Κάμε συ τη δουλειά σου και θα πάω εγώ να δω.
Ανοίγω την πόρτα και θωρώ ένα λιμοκοντόρο, κουστουμάτο, λουσάτο να με ξανοίγει.
- Ώρα καλή του λέω, τι σε φέρνει στο φτωχικό μου;
Ξεροβήχει αυτός και λέει:
- Ξέρεις, είμαι περαστικός από τα μέρη σας και επειδή δεν έχει ξενοδοχείο για να μείνω πήγα στον πρόεδρο και μου έδωσε γραφτή διαταγή να με φιλοξενήσετε, και μου δείχνει το χαρτί.
Κάτι πήγα να πω, μα με πρόλαβε και λέει: Δεν θα μείνω για πάντα, μόνο λίγες μέρες και σας υπόσχομαι ότι δεν θα σας ενοχλήσω καθόλου. Θέλω μόνο μια γωνιά να κάτσω στη φωθιά, ένα κρεβάτι να κοιμηθώ και λίγο φαΐ.
Αν είναι ετσά πατριώτη και αφού έχεις και χαρτί από τον πρόεδρο, πέρασε, και του ανοίγω την πόρτα. Καθώς μπαίναμε του λέω: Μόνο να κατέεις πως αν δεν είσαι πολιτισμένος όπως φαίνεσαι, εκειδέ στον τοίχο κρέμεται η κατσούνα μου, και καλλιά σου να μην την δοκιμάσεις.
Γρα έχουμε ξενομπάτη. Σήκω να μαγειρέψεις πράμα να πιούμε μια κρασιά. Έπαε θα κάτσεις, έπαε θα τρώμε όλοι μαζί, και επαέ θα κοιμάσαι.
- Σύμφωνοι μου λέει αυτός.
Κάτσε δα να περιμένουμε τη γρα μου να μαγερέψει, και δεν προλαβαίνω να τελειώσω την κουβέντα μου, και αφήνει μια που τρίξανε τα παράθυρα του σπιτιού, μου φάνηκε πως σείστηκε και το δώμα του σπιτιού, και ο κάτης επόρισε όξω, γιατί δεν άντεξε την μυρωδιά.
Θα τού ’φυγε λέω, δεν πειράζει, κι ύστερα φαίνεται καθώς πρέπει. Με την κουβέντα πέρασε η ώρα και το φαΐ ήταν έτοιμο, και το τραπέζι στρωμένο. Κάτσαμε στο τραπέζι και η γρα είχε μαγερέψει ό,τι ήβρηκε πρόχειρο. Δεν προλαβαίνω να πάρω το... πηρούνι μου να δοκιμάσω το φαΐ και παίρνει όλη τη φαγιάτζα μπροστά του, και αρχίζει να τρώει.
Βάζει και μια νερόκουπα κρασί, το πίνει μονορούφι, τρώει ούλο το φαΐ, αφήνει και ένα μακρύ ρέψιμο, και λέει: τώρα πάω για ύπνο.
Κοιτάζω τη γρα μου (κι αυτή νηστικιά από το μεσημέρι) και τση κάνω σινιάλο να μη βγάλει άχνα.
Πάει αυτός και σε κάνα δυο λεφτά ακούω ένα κομπρεσέρ....
Παρθένα μου λέω, θα πέσουνε οι τοίχοι, θα μου γρεμίσει το σπιτικό μου αυτός με το ροχαλητό του.
Το πρωί, αφού δεν είχαμε κλείσει μάτι με τη γρα μου, (και πώς θα πάμε στα χωράφια) όπως έκανα έλεγχο για τη στατικότητα του σπιτιού, τονε θωρώ μπροστά μου, και μου λέει:
- Τι θα φάμε για πρωινό;
Πάω κατευθείαν στον τοίχο και παίρνω την κατσούνα μου και τον αρχίζω στο κοπανίδι.
Μια για την κλανιά, μια για το φαΐ, μια για το ροχαλητό, μια από μένα, μια από τη γρα μου και μια για τον κάτη μου.
Δεν έβριχνε την πόρτα να φύγει.
Με τα πολλά τη βρίχνει και παίρνει κάτω τη στράτα για την πιάτσα. Εκειά θωρώ καμιά πεντακοσαριά χωριανούς με κατσούνες, να κυνηγούνε τα τσιράκια ντου, που κατά πως φαίνεται κάνανε τα ίδια στους χωριανούς, φτάνω κι εγώ και ούλοι μαζί τσοι ζυγώξαμε κι ακόμα γλακούνε όθεν τα Χανιά.
Γιατί καμιά διαταγή καμιανού προέδρου δεν είναι πιο δυνατή από την κατσούνα.
Αυτή και “νταμάρια” ξηλώνει.
Χανιώτικα Νέα 16/03/08
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή



Send to friend
