Η εκτέλεση των τεσσάρων αδελφών Δεσποτάκη στον Κακόπετρο από τους Ναζί, το 1944

28η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944: Η εκτέλεση των τεσσάρων αδελφών Δεσποτάκη στον Κακόπετρο

"Χ.Ν." 03-09-2010

Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΤΕΡΑΚΗΣ*

Θα μπορούσα να ξεκινήσω με αυτή τη μαντινάδα τούτη την αναδρομή στο παρελθόν για να αφυπνίσω τις μνήμες των παλαιότερων αλλά και για να μάθουν τα νέα παιδιά της Κρήτης μερικές από τις άγνωστες πτυχές της ιστορίας της.

Πολλές οι επέτειοι, πολλές οι εκδηλώσεις στον πολύπαθο αυτό τόπο. Και αλήθεια, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς, τι να πρωτογράψει η πένα. Γι’ αυτούς που έζησαν το δράμα της Γερμανικής Κατοχής, οι μνήμες θα παραμένουν για πάντα νωπές, πάντα επίκαιρες.
Κάντανος, Τσουρουνιανά, Κοντομαρί, Μαλάθυρος, Φλώρια, Κακόπετρος, Παλιόχωρα, Αλικιανός. "Ο κάθε τόπος ένας θρήνος, μια κραυγή". Τα χρόνια πέρασαν, τα μνημεία στα χωριά και στην ύπαιθρο περιμένουν την τιμητική τους. Ενα στεφάνι για τους νεκρούς, δυο λόγια για το ιστορικό της ημέρας, ένα κρυφό δάκρυ για αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν άδικα. Θα περιοριστώ στη θλιβερή ιστορία της οικογένειας Δεσποτάκη στον Κακόπετρο ενδεικτικά, όχι επειδή τυχαίνει να είναι συγγενείς από την πλευρά της γιαγιάς μου, αλλά επειδή θεωρώ ότι είναι από τα πιο ακραία και θλιβερά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην κατοχική Κρήτη, ίσως από τα μοναδικά. Τα γεγονότα μού ήταν γνωστά από παιδί αλλά οι πληροφορίες εκτενέστερα μού δόθηκαν από τον μπάρμπα Νίκο Δεσποτάκη (ενενηντάχρονος σήμερα) στον Κακόπετρο καθώς και από την κα Ολυμπία Δεσποτάκη - Δρακακάκη, αδελφή των θυμάτων της ιστορίας που περιγράφω. Στις 28 Αυγούστου του 1944, οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό Κακόπετρος της ορεινής Κισάμου και όπως είναι γνωστό, παντού σκορπούσαν στο διάβα τους τον όλεθρο και την καταστροφή. Πήγαν στο σπίτι της Μαρίας και του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη και πήραν τα τέσσερα από τα αγόρια (ο πέμπτος έλειπε) της οικογένειας που είχε συνολικά έξι παιδιά. Κανείς δεν περίμενε το κακό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Οι γυναίκες ήταν στο σπίτι ενώ τα τέσσερα αδέρφια είχαν αρνηθεί να ακολουθήσουν τον πατέρα τους που είχε φύγει από νωρίς για να κρυφτεί σε μια σπηλιά στα Παπαδιανά. Αδίστακτοι οι Γερμανοί, αφού τα εκτέλεσαν στην άκρη του δρόμου, πέταξαν τα άψυχα σώματά τους στην κάτω μεριά του δρόμου, στο σημείο που το απόγευμα της ίδιας μέρας τα βρήκε η δύστυχη μάνα τους. Την επόμενη θάφτηκαν στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, χωρίς ψάλτη, χωρίς παπά. Η κηδεία έγινε πρόχειρα από τις γυναίκες του χωριού και από τους συγγενείς τους. Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία για τον Μανώλη Δεσποτάκη, είκοσι εφτά χρονών τότε, για τον Σπύρο είκοσι τεσσάρων και για τα δίδυμα Αναστάση και Χαραλάμπη μόλις δεκαεφτά χρονών! Η αδελφή τους, Ολυμπία Δεσποτάκη, δώδεκα ετών τότε, έκανε το θρήνο μοιρολόι. Ακούστε μερικούς μόνο στίχους (επειδή πρόκειται για μακροσκελέστατη ρίμα), όπως αναφέρεται στο βιβλίο της κας Πηνελόπης Ντουντουλάκη "Η μνήμη και η στάχτη ΙΙΙ" έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων το Μάιο του 2006:
Το μοιρολόι που θα πω να μάθετε να λέτε
του Κακοπέτρου τα δεινά παντοτινά να κλαίτε
Δευτέρα ξημερώματα κυκλώσαν το χωριό μας
Αυγούστου εικοσιοχτώ, κακό στο ριζικό μας.
Θ' αρχίσω το ιστορικό με μάθια δακρυσμένα
τα Δεσποτάκια φάγανε άδικα τα καημένα.
Παιδιά ετουφεκίσανε, αθώα παλικάρια
και τα ’στειλαν να κατεβούν στου Αδη τα σκοτάδια.
Σα να ’ταν φοβεροί ληστές και επικηρυγμένοι
έτσι τα τουφεκίσανε, οι τρισκαταραμένοι.
Φονιά εσύ που τα ’βαλες εις τη γραμμή αράδα
δεν ένιωσες λιποψυχιά, γή πόνο γή ζαλάδα
Τ’ απόγευμα που φύγανε οι τρισκαταραμένοι
πάει η μάνα και ζητά τσοι γιους τση η καημένη
Και μόλις είδε το σωρό απάνω εις το χώμα
τον πόνο και το θρήνο τση να πει δεν είχε στόμα.
Την άλλη μέρα η μάνα τους, η Δεσποτοκωστίνα
στον ώμο τζη τα σήκωσε και πήγε τα στο μνήμα.
Δυο - δυο τα βάλανε στη γης στση εκκλησιάς την άκρη
κι ο ουρανός εσείστηκε κι έβγαλε μαύρο δάκρυ...

Η κα Ολυμπία Δεσποτάκη - Δρακακάκη, αδελφή των τεσσάρων θυμάτων των Γερμανών και της ανθρώπινης θηριωδίας, αν και δώδεκα χρονών κοριτσάκι, φόρεσε μαύρα ρούχα και τσεμπέρι στο κεφάλι και δεν τα έβγαλε μέχρι το 1951 που αρραβωνιάστηκε.
Στους γνωστούς, φίλους και συγγενείς που την προέτρεπαν κατά καιρούς να βγάλει τα μαύρα, απαντούσε με την παρακάτω δωρική μαντινάδα, αιώνια παρακαταθήκη της Κρήτης και του Πολιτισμού της:
Τα μαύρα ρούχα που φορώ
δεν τα ’βαλα για λούσα
μα τα ’βαλα παντοτινά
για κείνους π’ αγαπούσα!

* Λυράρης - Λαογράφος
Πρόεδρος του Συλλόγου
Στιχουργών Ν. Χανίων

0
No votes yet
Your rating: Κανένα