Κακοδίκι: Μπροστά στο άδηλο μέλλον
Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΛΟΥΠΑΣΗΣ*
Σχολιάζοντας επιστολή του καθηγητή κ. Ευτύχη Μπιτσάκη, αναφερόμενος δε στα έργα που γίνονται για βελτίωση του δρόμου στην περιφέρεια Κακοδικίου, έγραφα (Χ.Ν. 17.10.2007): «... Παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία για ποιοτική αναβάθμιση ενός χωριού που κάποτε ήταν το κέντρο της επαρχίας Σελίνου, έσφυζε από ζωή, διέθετε τρία Δημοτικά Σχολεία, είχε δύο ενορίες. Η αναβάθμιση αυτή είναι δυνατόν να υλοποιηθεί με την κατά το δυνατόν καλύτερη από αισθητική άποψη εκτέλεση των έργων, με την άμεση και κάτω από την επίβλεψη ειδικών δενδροφύτευση των τμημάτων γης που στερήθηκαν τη φυσική χλωρίδα, με την πλήρη αποκατάσταση των τραυμάτων που σημειώθηκαν σε κτήρια και σε άλλα τεκμήρια ανθρώπινης δραστηριότητας. Ιδιαιτέρως πρέπει να σχεδιασθεί η αξιοποίηση (προς όφελος της αισθητικής αναβάθμισης) των σημείων που επιχωματώθηκαν και που προσφέρονται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων όπως είναι το πάρκο, η πλατεία, ο χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, ο χώρος περιπάτου και αναψυχής. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στα σημεία από όπου περνούν τα ρυάκια ανάμεσα και πριν και μετά τα Παπαδιανά και την Καλλιθέα – συνοικία που θα αποκτήσει άλλον «αέρα» και θα απαλλαγεί από την ασφυκτική έλλειψη χώρων». Για τη σκέψη μου αυτή δέχτηκα παρατήρηση - παράπονο από συγχωριανό, ο οποίος με πληροφόρησε ότι είναι ιδιοκτησία του αναπαλλοτρίωτη τμήμα γης που ανέφερα ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για την ανάπλαση της περιοχής. Η ουσία δεν αλλάζει σε τίποτε: εκείνο που τόνιζα με έμφαση είναι το ότι με το πέρας των εργασιών η συνολική εικόνα της περιοχής πρέπει να είναι ακόμη καλύτερη από αυτήν που υπήρχε πριν από την έναρξη των εργασιών. Αν προς τούτο είναι ανάγκη να απαλλοτριωθούν και άλλα τμήματα γης, να γίνει αυτό. Γιατί, πράγματι, είναι εγκληματική η συμπεριφορά προς το περιβάλλον όταν δεν φροντίζουμε ύστερα από οποιαδήποτε παρέμβασή μας να επουλώνουμε τις πληγές που ανοίξαμε και να διαμορφώνουμε κατά τον καλύτερο τρόπο το χώρο.Όσοι παρακολουθούν τα δημοσιεύματα των εφημερίδων θα έχουν διαπιστώσει ότι το τελευταίο διάστημα δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναφέρονται στο παραπάνω θέμα. Δικαιολογημένα, αφού οι παρεμβάσεις, ιδίως στην περιφέρεια Κακοδικίου, είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους βάναυσες. Προσφάτως διάβασα άρθρο του εκλεκτού φίλου Γιώργου Ι. Ξενάκη (Χ. Ν. 23-6-2008: «Κακοδίκι. Ένα χωριό χάνει την καρδιά του»), ο οποίος με το κόσμιο ύφος που πάντα τον χαρακτηρίζει ανακοίνωσε την αγωνία και τον πόνο του για όσα συμβαίνουν. Οι επισημάνσεις του, στις οποίες παρενέβαλε και δικές μου θέσεις δημοσιευμένες στο βιβλίο μου (Αθήνα, 1991) για το Κακοδίκι, έχουν αντικειμενικότητα, είναι προϊόν νηφάλιας σκέψης, επομένως βρίσκουν σύμφωνο λίγο πολύ κάθε αναγνώστη. Επανέρχομαι στο θέμα με την ελπίδα ότι μόνο καλό μπορεί να προκύψει από το διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων. Και θα τονίσω πρώτα κάτι που προκύπτει και από όσα έγραψε ο Γ. Ι. Ξενάκης. Κομβικό δηλαδή σημείο οποιασδήποτε συζήτησης, και ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει καθένας, είναι η έννοια της «ανάπτυξης». Στο βωμό της γίνονται όλα! Στα πόδια της σφάζονται τα πάντα! Μπροστά στο μεγαλείο της όλοι υποκλίνονται! Κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί, αλλά και τοπικοί άρχοντες κάθε κατηγορίας την επικαλούνται για να σαγηνέψουν τα πλήθη… Πώς λοιπόν ο Γ. Ι. Ξενάκης να μη βρίσκει ότι έχει διαμορφωθεί και επικρατήσει «μία παρανοημένη, παράλογη και παρεξηγημένη αντίληψη για την ανάπτυξη»; Προφανώς, η διάσταση απόψεων γύρω από το θέμα δεν είναι κάτι καινούργιο, δεν είναι επίσης κάτι που μπορεί να βρει την απάντησή του μέσα από ένα σύντομο άρθρο σε εφημερίδα. Ας περιοριστούμε λοιπόν στο θέμα μας… Κοντά στα άλλα που έγραφα πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια (λίγα μόνο από αυτά χρησιμοποίησε ο Γ. Ι. Ξενάκης) ήταν και τούτο, ως γενικό συμπέρασμα: «Αν το Κακοδίκι έχει να επιδείξει ένα αξιόλογο παρελθόν, είναι βέβαιο πως δεν έχει μέλλον. Με τους σημερινούς ρυθμούς, ύστερα από δυο τρεις δεκαετίες οι κάτοικοί του θα έχουν περιορισθεί σε λίγες δεκάδες». Δυστυχώς, η πορεία των πραγμάτων επαλήθευσε στο ακέραιο την πρόβλεψη αυτή. Ως αιτία τότε προσδιόριζα βραχυλογικά τη «λαίλαπα της προόδου και του εκσυγχρονισμού», στοιχείο που ήταν φανερό πως είχε (και έχει) διεισδύσει σε κάθε συστατικό της ζωής και το έχει διαβρώσει. Επεσήμαινα, ειδικότερα, και τις συνέπειες που είχε ο μαρασμός του κέντρου του χωριού, της συνοικίας Μπεηλίτικα, μαρασμός τον οποίο προκάλεσε η διάνοιξη αμαξιτού δρόμου προς Παλαιόχωρα στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Με την πρώτη ματιά φαίνεται να επαναλαμβάνεται η ιστορία, καθώς το σήμερα και το τότε τα συνδέει το κοινό στοιχείο του δημόσιου δρόμου (ο Γ. Ι. Ξενάκης το πιστεύει: τη ζημιά την κάνουν «ακόμη μια φορά … με τη μορφή του αμαξιτού δρόμου η πρόοδος και ο εκσυγχρονισμός»). Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Τότε, πράγματι, ο καινούργιος δρόμος διέλυσε ένα υφιστάμενο και γεμάτο ζωή και κίνηση «κέντρο» του χωριού, χωρίς να υπάρχει πρόνοια ή πρόβλεψη για άμεση και επάξια αντικατάστασή του. Τα πράγματα αφέθηκαν να κυλήσουν στην τύχη – και γνωρίζουμε τα αποτελέσματά τους. Έχει ιδιαίτερη αξία η επισήμανση αυτής της παραμέτρου, γιατί οι παροικούντες γνωρίζουν πως σε κανένα σημείο της διαδρομής που ακολούθησε ο καινούργιος τότε δρόμος δεν ήταν δυνατόν να σχεδιασθεί, να οργανωθεί και να αναπτυχθεί οικισμός που θα μπορούσε να αναλάβει το ρόλο του νέου «κέντρου». Σήμερα, με τα έργα που γίνονται και με τον τρόπο που γίνονται απλώς επιβεβαιώνεται ότι πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια τίποτε δεν έγινε με βάση κάποιο σχέδιο! Αφού οι τότε αρμόδιοι έκαναν ο καθένας του κεφαλιού του, έμειναν και οι κάτοικοι του χωριού να κάνουν κι αυτοί του κεφαλιού τους. Έρχεται σήμερα η ίδια αυτή (ελληνική) πολιτεία και κάνει ξανά του κεφαλιού της – ή, ακριβέστερα, βγάζει την λανθάνουσα μοχθηρία της πάνω στο μισοπεθαμένο (και πάντως καταπληγωμένο) κορμί ενός χωριού που το μόνο κακό που έχει κάμει τώρα τελευταία είναι πως βρέθηκε στο δρόμο της! Γιατί η σκληρή πραγματικότητα είναι τούτη: τα έργα που γίνονται στο Κακοδίκι εξυπηρετούν όλους τους άλλους (όποιοι κι αν είναι αυτοί) εκτός από τους ίδιους τους κατοίκους του χωριού! Να το πω και αλλιώς: στο σώμα του χωριού μας καρφώνουν το νυστέρι, για να θεραπεύσουν προβλήματα άλλων τόπων. Σπεύδω να προλάβω πιθανή παρανόηση: τα έργα καθ’ εαυτά όχι μόνο δεν είναι κάτι κακό, αλλά προβάλλουν ως αδήριτη αναγκαιότητα. Όμως, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο των τεχνοκρατών, ποια είναι τα «αντισταθμιστικά οφέλη» από την κατασκευή τους; Έχουν οι αρμόδιοι την εντύπωση πως η υποχρέωση της πολιτείας εξαντλείται στο να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες γης η οποία απαλλοτριώθηκε; Αν ναι, εκτός από πολύ μικροί είναι και επικίνδυνοι. Τα χρήματα που έδωσαν για απαλλοτριώσεις κάπου θα πάνε, κάποιες ανάγκες θα καλύψουν, στο τέλος θα αφανιστούν. Μαζί τους αφανίζεται και η περιοχή, για το λόγο ότι δεν υπήρξε σχεδιασμός στον οποίο να περιλαμβάνεται πλήρης αποκατάσταση της περιοχής. Γι’ αυτό και στις 17.10.07 έκανα λόγο για «ποιοτική αναβάθμιση» του χωριού, γι’ αυτό, φαντάζομαι, και ο Γ. Ι. Ξενάκης έγραψε προ ημερών πως για το Κακοδίκι «χάθηκε ακόμη μια ευκαιρία να επιζήσει». Ύστερα από αυτά τα καταθλιπτικά αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει κάπου κάποια πηγή από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει ελπίδα και αισιοδοξία για το μέλλον. Σε μια σύντομη προσέγγισή μου στο ερώτημα αυτό θα ζητήσω κατ’ αρχήν βοήθεια από τον Θουκυδίδη. Ο οποίος θυμίζει το αυτονόητο: ότι την πόλη δεν την αποτελούν ούτε τείχη ούτε καράβια χωρίς ανθρώπους. Για να υπάρχει πόλη, πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι! Το πρώτο ζητούμενο λοιπόν και εδώ είναι οι άνθρωποι. Και, δυστυχώς, δεν υπάρχουν, γιατί τους ανάγκασαν ή τους άφησαν να φύγουν. Δεν ξέρω αν οι λίγοι που έχουν απομείνει μπορούν να αναλάβουν το ρόλο της «μαγιάς», ώστε σιγά σιγά να αντιστραφεί η πορεία. Το βλέπω όμως πολύ δύσκολο, γιατί δεν έχουν ουσιαστική συμπαράσταση από την πολιτεία. Το δεύτερο επομένως σημείο είναι το τι κάνει η πολιτεία με τα ποικίλα όργανά της για την ανόρθωση του τόπου. Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς βλέποντας την ίδια την εικόνα του τόπου – εικόνα πλήρους εγκατάλειψης περιτυλιγμένη με μανδύα ενδιαφέροντος και στοργής. Ποιον όμως μπορούν να ξεγελάσουν, τη στιγμή που είναι ολοφάνερο πως αυτό το «ενδιαφέρον» μαγειρεύεται είτε σε τεχνοκρατών μαγειρεία, και μακριά από την πραγματικότητα, είτε σε γραφεία πολιτικών εν μέσω προεκλογικών υποσχέσεων και τυμπανοκρουσιών; Και από κάπου αλλού όμως έρχεται απάντηση: σε αλλεπάλληλα δημοσιεύματα μέσω των οποίων εκφράζονται η αγωνία, ο προβληματισμός, η απορία, η αγανάκτηση ουδείς καταδέχτηκε ποτέ να απαντήσει – να απαντήσει επί της ουσίας! Ουδέποτε είδαμε στο «ενδιαφέρον» των αρμοδίων να υπάρχουν ψήγματα έστω αγάπης για τον τόπο μας. Αν συνέβαινε αυτό, κάποιοι π.χ. εργολάβοι θα είχαν κληθεί να λογοδοτήσουν για τις εγκληματικές πολλές φορές κακοτεχνίες τους. Θα είχαν κληθεί να δώσουν εξηγήσεις εκείνοι που παρέλαβαν έργα ελαττωματικά από την πρώτη ημέρα λειτουργίας τους. Όλοι και όλα βυθίζονται στο τέλμα της νεοελληνικής πραγματικότητας, για την οποία βέβαια όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης. Αν αναγκαστικά θα έπρεπε να υποδείξω ένα σημείο όπου ίσως σκάβοντας θα βρίσκαμε την πηγή της ελπίδας, δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο εκτός από τον ίδιο τον τόπο μας. Και εννοώ τους ανθρώπους του, οι οποίοι είναι βέβαιο πως τον αγαπούν όσο κανένας άλλος και πως θα έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους για το καλό του. Εκείνο που χρειάζεται σε κάθε περίπτωση είναι η συσπείρωση γύρω από τους τοπικούς άρχοντες, τους οποίους να υποχρεώσουν να κάμουν το αυτονόητο: να αγωνισθούν όλοι μαζί, πέρα από προσωπικές ή κομματικές διαφορές, για την προκοπή του τόπου. Ο στόχος είναι ένας και σχετίζεται με την επιβίωση του χωριού και της ευρύτερης περιοχής. Όσο για τα έργα, να απαιτήσουν τη συνέχιση των εργασιών μέχρι ο τόπος να ξαναγίνει το ίδιο και περισσότερο όμορφος από πριν. Είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί, είναι κάτι που το δικαιούνται και οι άνθρωποι και ο τόπος τους, είναι κάτι που έχουν υποχρέωση να φροντίσουν οι κυβερνώντες. Αν ξεφύγει ο στόχος, το καράβι χάνεται αύτανδρο.
*Φιλόλογος
χανιώτικα νέα 07/07/08
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή



Send to friend
