Η Σελινιώτικη καμινάδα Α΄

“Η Σελινιώτικη καμινάδα”
Α’ ΜΕΡΟΣ

Του ΣΤΑΜ. Α. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ,
Διδασκάλου - Λαογράφου

Από τα αντικείμενα της Κρητικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, θα δούμε τζάκια και καμινάδες του τόπου μας, μα με περιδιαβαστικό το μάτι του νοσταλγού και του λαογράφου. Γιατί το πρώτο κοίταγμα δουλειά 'ναι του ειδικού, του αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού, που το εξετάζουν από άλλη σκοπιά και βάθος και δεν είναι έργο μας.
Πιστεύω όμως πως: «η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, το γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, τη φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Ελληνα», όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Καθηγητής Δ. Λουκάτος στο ανεκτίμητο έργο του «Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία»1.
Υπογραμμίζεται επίσης «πόσο επείγουσα είναι η ανάγκη της διασώσεως του σχετικού υλικού, όσο είναι ακόμη καιρός, γιατί διαρκώς και με ταχύτατο ρυθμό καταστρέφεται και εξαφανίζεται»2. Ναι! χάνεται το νεοελληνικό λαϊκό σπίτι στις διάφορες περιοχές, από την άπονη και συμφεροντολόγα κατεδάφιση ή την καταστροφική εγκατάλειψη.
Το σπίτι και η αυλή με τα παράσπιτα. Ο φούρνος και ο στάβλος, το ζευγόσπιτο και ο αχεριώνας, όλα υποκείμενα στη λαογραφική έρευνα, σαν είναι έργα του λαϊκού τεχνίτη, που εργάστηκε με τρόπους και συστήματα παραδομένα από πάππου προς πάππου, χωρίς τη μεσολάβηση ή την επίδραση τεχνίτη μορφωμένου, πρέπει να μελετηθούν.3
Σ' αυτής της προσπάθειας το οικοδόμημα ταπεινό χαλίκι, η δική μας συμβολή!
"Ομως, καιρός να πάρουμε το δρόμο για το Σέλινο. Νοεροί ταξιδιώτες - και γιατί όχι καλόδεχτοι επισκέπτες- στη νοτιοδυτική άκρη της Κρήτης μας, με μιά από τις τρεις οδικές αρτηρίες της. Το θέαμα μπροστά σου θα έχει συχνές αλλαγές, γιατί ίσια σχεδόν μοιρασμένα είναι το πεδινό, το ημιορεινό και το ορεινό τμήμα της.
Δεκάξι τ. κοινότητες μ' εκατόν επτά οικισμούς θα σε καλωσορίζουν κάθε τόσο, μεσ' από θαλερούς ελαιώνες, που τους λούζει πλουσιοπάροχα ο ήλιος και τους επισκέπτεται σπάνια το χιόνι, συχνότερα ο άνεμος!
Αλλαγές συχνές είπαμε. Και βέβαια, γιατί έχουμε Σέλινο παράλιο, μεσόγειο και ορεινό, με κλιματολογικές συνθήκες θαυμάσιες, χώμα γόνιμο όπου δεν είναι πέτρες, γεωργία και κτηνοτροφία περιορισμένες, αλλά με λάδι πλούσιο και κρασί μοσχάτο, αμύγδαλα, και κηπευτικά πρώιμα από την άγνωστή μας ως χθες Κουντούρα.
Στο Σέλινο λοιπόν, με τις εκατόν πενήντα τοιχογραφημένες παλιές βυζαντινές εκκλησίες του, τις αρχαίες πόλεις και τα κάστρα τ’ άπαρτα, με την πλούσια, τη συνολική συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες για την Ελευθερία, με προσφορά αίματος πανάγιου στην πατρίδα και με μια λεβεντιά και φιλοξενία απλόχερα δοσμένες.
Εκεί θα μεταφερθούμε να δούμε το αντικείμενό μας -τη Σελινιώτικη καμινάδα - Στα μονώροφα πλατυμέτωπα σπίτια του συχνά, και στα διώροφα συχνότερα. Που 'χουν τις στέγες τους σκεπασμένες με χώμα, τα πιο παλιά και με κεραμίδια ή τσιμέντο τα νεώτερα.
Ο λαϊκός τεχνίτης στό Σέλινο τοποθετεί την καμινάδα (με την ευρύτερη έννοια του τζακιού) μέσα στο κυρίως σπίτι, για νάχει τη θέρμανση και το μαγείρεμα σε χώρο που να βολεύει. Βέβαια το μαγείρεμα γίνεται και έξω στην αυλή το καλοκαίρι, ή στο παράσπιτο ή και στο φουρνόσπιτο (την ήμερα του ζυμωτού), η φωτιά όμως για τη θέρμανση, έχει μόνιμο τον τόπο της, την καμινάδα του σπιτιού.
Εκεί συγκεντρώνεται το νοικοκυριό, σα να υπακούει θαρρείς στης θεάς Εστίας το κάλεσμα. Της πρωτο-θυγατέρας του Κρόνου και της Ρέας, θεάς, που οι αρχαίοι μας πρόγονοι έστηναν τον πρώτο βωμό κι έκαναν την πρώτη θυσία, μαζί με του Δία. Της θεάς που έπαιρναν τα μηνύματα όχι από την ακίνητη λίθινη πλάκα του τζακιού, αλλά από την πυρά, τα τριξίματα της φλόγας ολάκερης, της ουρανόφερτης κι ουρανοδηγούσας τις ευχές και προσφορές των ανθρώπων! Ίσως, γι’ αυτό βρισκότανε και η εστία στο κέντρο του αρχαίου ελληνικού σπιτιού...
"Ομως, ας αφήσουμε τους χρόνους να διαβούν και τους αιώνες να περάσουν. Κι ας έρθουμε στο σήμερα, σ' ό,τι υπάρχει γύρω μας κατοικημένο ή χάλασμα, νεόχτιστο ή πατρογονικό απομεινάρι, κι ας το δούμε από μακριά κι από κοντά, απέξω κι από μέσα, κι ας κοντέψουμε τα βήματά μας, μήπως κι ακούσουμε απερασμένων χρόνων σήματα και ξεχασμένων προκατόχων κουβέντα και ροζονάρισμα...
Μήπως αναθιβάλουμε προπάτορες που στήσανε έδώ το νοικοκυριό τους και στην ίδια καμινάδα θερμαίνονταν από της φωτιάς τη θαλπωρή, τα μικρά ν' αναπετάξουνε και τα γερατειά τα κουρασμένα, ν' αναντρανίσουνε...
Μήπως και δούμε το νοικοκύρη του σπιτιού να δασοκόβει τα ξύλα και τα φρύγανα από τα πρωτοβρόχια και να τα κουβαλεί, τροφή φωτιάς αχόρταγης, για ν' αναστήσει κοπέλια και γερόντους του σπιτιού και ν' αποδιώξει την κρυγιάδα τών τοίχων χειμωνιάτικα, μέ τή ζεστασιά τη θεοδώρητη!
Μα να· τού μαγερειού μας η γωνία η ευλογημένη! Μνημονεύω το χτίστη, αυτόν τόν επιδέξιο μάστορα, πούχε τ' ακριβό μυστικό, να κάνει την καμινάδα να μην καπνίζει. Κι είναι τούτο σωστή ευλογία!
Τη λάλη μου, παππού δε γνώρισα, που μου 'ψηνε οφτές πατάτες ή κάστανα, και τη μάνα που από την πιτόπλακα που σιγοψήνονταν τα καλιτσούνια, μας άφηνε - να μη λιγοψυχίσουμε τ' αρσενικά- και παίρναμε αχνιστά μοσχομύριστα, πριν καθίσουμε στό τραπέζι, ανυπόμονα εμείς και ξαγκρισμένα από τη σαγηνεύτρα μυρουδιά των. Ευωδίες αξέχαστες της σπιτίσιας κουζίνας! Βιώματα παντοτινά κι αλησμόνητα! Κι ύστερα από το καταλάγιασμα της πείνας μας, κουβέντα κι αποσπερίδα και διάβασμα φωναχτό, δίπλ' από το λύχνο, των μικρών αδερφιών μας για το σχολειό. Μα και συχνά τα λαδωμένα φύλλα του βιβλίου των, θα θύμιζαν στο δάσκαλο, το «λυχνίας όζει»...
Στο τζάκι μας όμως τώρα: Μαγερειό, εμείς στο Σέλινο λέμε το δωμάτιο που είναι το τζάκι με την καμινάδα. Είναι συνήθως στο ισόγειο και αποτελείται από την παρασιά (ψηλότερη από το πάτωμα, ως δέκα πόντους), το πυρομάχι, που τις περισσότερες φορές είναι δίδυμο, χτισμένο πάνω στην παρασιά, το ένα μάτι για πιο μεγάλα τσικάλια, τεντζερέδες, καλιτσουνόπλακες, ή καζάνια για σαπούνι και το άλλο γιά το συνηθισμένο τσικάλι του μαγειρέματος. Την πέτρα που κάνουν το πυρομάχι τη λέμε σπληνόπετρα και είναι στέρεη, σκληρή, ανθεκτική και πρασινωπή.
Τις καθιές, χτιστές ή κουτσούρια από κορμό δέντρου τετραγωνισμένου, γύρω γύρω. Το λαδοκούρουπο πιο πέρα. Τ' αλατσερό (ξύλινο ή από φλασκί) για αλάτι, και τ’ άλλα χρειώδη της μαγειρικής.
Πάνω από την κόγχη του τζακιού, ανεβαίνει, χτιστή ως τη σκεπή εσωτερικά, η καμινάδα, για να καταλήξει εξωτερικά στον ανηφορά (καπνοδόχο), που είναι σκεπασμένος με την καμιναδόπλακα, κι έχει ανοιχτούς πόρους (μάθια), από κάθε μεριά.
Ξανά στο τζάκι: Στο ένα πλάι του υπάρχει πάντα λίγος χώρος για ξύλα και προσάναμμα. Οταν δεν έχουμε μαγείρεμα ή όταν η φωτιά χρειάζεται μόνο για ζεστασιά, τότε τραβούμε τ' αναμμένα κάρβουνα του πυρομαχιού (την άθρακοβόλη) στην παρασιά και γύρω γύρω καθισμένοι «πυρώνουμαστε» και κάνουμε σπιτίσιες δουλειές στις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες. Τότες οι νοικοκυρές πλέκουν, οι κοπελιές κεντούν, οι γιαγιάδες κλώθουν μαλλί, ο πατέρας αναμπαλώνει τα στιβάνια του ή των παιδιών τα παπούτσια, σκαλίζει κουτάλια ο παππούς, πλέκει μέ το βρουλίδι καρέκλες που ξεπλέξανε, ο γυιός ο μεγαλύτερος, γιατί ο πιο νιος κόβγει τάπες και πιο πέρα - μακρύτερ' από τη φωτιά- γεμίζει φυσέκια του τσιφτέ, για το κυνήγι.
Τώρα που ήρθαμε πιο έξω από την καμινάδα μας, ας προσέξουμε τους δυό παραστάδες δεξιά κι αριστερά, ή τις φωλιές, που ανοιγμένες στα σπλάχνα του τοίχου, δέχονται το καμιναδόξυλο και το στηρίζουν.
Γιατί απ' αυτό αρχίζει το χτιστό της καμινάδας και φτάνει ως τη σκεπή, εσωτερικά του σπιτιού.
Στο γείσωμα του καμιναδόξυλου, εσωτερικά και εξωτερικά, έχουμε πρόχειρο χώρο για τοποθέτηση μερικών αντικειμένων. Από τη μέσα μεριά: σπίρτα, θειάφι, απύρι, κουταλογλύφτες, κ.ά. Κι από την έξω: Λιμάκια, κλαδοκάτσουνα, τσαγκαρευτικά, κ.λπ. Ακόμη στο εσωτερικό του τζακιού, ψηλά ως ένα, ενάμισι μέτρο, σε μια δέμπλα λεπτή περασμένα, καπνίζονται (ξεραίνονται και σιγοψήνονται) τα σπιτίσια χοιρινά λουκάνικα, κι είν' έτοιμα -για ένα έκτακτο κρασάκι με κανένα ξενομπάτη ή με τους αποσπεριτάδες.
Η καπνοδόχος -τώρα- εσωτερικά σωληνωτή, όχι πολύ φαρδιά, γιατί θα καίει πολλά ξύλα, αρχίζει σαν κόλουρος κώνος ή πυραμίδα και οδηγεί τη μπούκα (στόμιό) της, στον ανηφορά. Εξωτερικά είναι χτίσμα όρθιο τετράπλευρο πρίσμα ή κόλουρη πυραμίδα (ή κώνος), που καταλήγει πάλι στον ανηφορά. Μεγάλη είναι η ποικιλία σχεδίων και μεγεθών καμινάδων κι ανηφοράδων, όπως βλέπουμε κι από το φωτογραφικό υλικό.
Αλλού τα παράθυρα που θαρρεύγεσαι πώς θωρείς, δεν είναι παράθυρα, αλλά καπνότρυπες, αλλού αναποδογυρισμένα παλιά πιθάρια ή πήλινες γλάστρες, παρέκει τετράγωνη καμινάδα ανεβαίνει από τα θεμέλια του σπιτιού και ξεκορφίζοντας δείχνει δυο μάτια κατάμαυρα κι ορθάνοιχτα στους τέσσερις άνεμους και περιμένει. Παραπέρα, απανωτά κυβάκια ανεβάζουν ψηλότερα την καπνοδόχο για να μη διασκορπάται ο καπνός στο σπίτι εξωτερικά, μα να ξεφεύγει το μαύρισμα... Κι άλλου αεράτη η καμιναδόπλακα στέκεται θαρρείς σαν σε πόδια πελαργού.
Από τα τζάκια της επαρχίας διαφέρουν τα σπίτια του Σελινιώτικου γύρου του Ομαλού4 . Σ' αυτά, πάνω από το πυρομάχι, που είναι σε γωνιά του σπιτιού, δεν υπάρχει ανηφοράς (γιατί χιονίζει πολύ, αλλά και για ασφάλεια στα παλιότερα χρόνια) και οι καπνοί φεύγουν από τη μοναδική πόρτα κάθε ζευγόσπιτου5.
Στη σκεπή πάνω από το τζάκι, δε συνεχίζουν τα ξύλα και τα φειαλώματα6 , αλλά χαλεπόπετρες (ασβεστόλιθοι) για να μην έχουμε πυρκαγιές από τις φλόγες που κάποτε φτάνουν ψηλά ως τη σκεπή.
Σημειώνουμε πως εδώ τα σπίτια είναι χαμηλότερα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Δημ. Σ. λουκάτου: «Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία», έκδ. Μορφ. Ίδρύμ. Έθν. Τραπέζης, Αθήνα, 1977, σ. 166.
2. Δημ. Β. Βασιλειάδη: «Ή λαϊκή αρχιτεκτονική τής Αίγινας», μελέτη στο περιοδ. σύγγραμμα «Λαογραφία», τόμ. ΙΣΤ' (1956), σ. 414.
3. Δες σχετ.: Γεωργ. Α. Μέγα: «Σκοποί καί μέθοδοι διά την έρευναν της λαϊκής οικοδομίας», στο περ. «Λαογραφία», τόμ ΚΣΤ' (1968-69), σ. 3 κ.ε.
4. Το οροπέδιο του Ομαλού στα Λευκά Ορη της Κρήτης, έχει υψόμετρο 1.080 μ. Ανάμεσα στις επαρχίες Κυδωνίας, Σφακίων και Σελίνου έχει έκταση περίπου 25 τ.χ. Το χειμώνα σκεπάζεται με χιόνι και δεν κατοικείται. Μένουν οι άνθρωποι από τον Απρίλη ως τον Οκτώβρη. Τα πρωτοβρόχια σπέρνουν σιτάρι, σίκαλη, βρώμη και φεύγουν. Η ύδρευση από πηγάδια. Το ΝΔ τμήμα αποτελεί τον Σελινιώτικο γύρο και το Β. τον Λακκιώτικο.
5. Δες και Δ.Β. Βασιλειάδη. "Ζευγόσπιτα στα Λευκά Ορη της Κρήτης", μελέτη στο περ. "Επιθ. Τέχνης", τ. 136 (Απρ. 1966) σ. 382 κ.ε.
6. Φειαλώματα λέμε τούς θάμνους καί τόν ζυμωμένο μέ άχυρα πηλό που τοποθετούν πάνω από το μισοδόκι και τα δοκάρια της σκεπής των σπιτιών του Όμαλού. Σχετ. δες: Γ. Ν. Αικατερινίδη: «Τα καμαρόσπιτα του Καρυδίου Σητείας», στην Επετηρίδα του «Κ.Ε.Ε. Λαογραφίας» τής Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. ΚΒ' (1969/72), σ. 30, κ.
Δημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα 6/2/09
http://www.haniotika-nea.gr/index.php?art_id=29757

0
No votes yet
Your rating: Κανένα