“Η Σελινιώτικη καμινάδα” Β'

ΠροεπισκόπισηΣυνημμένοΜέγεθος
24-kaminada.pdf458.04 KB

Η ΚΡΗΤΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 07/02/09
“Η Σελινιώτικη καμινάδα”
Β’ ΜΕΡΟΣ
Του ΣΤΑΜ. Α. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ,
Διδασκάλου - Λαογράφου

Μα σαν ξεκινήσαμε να δούμε καμινάδες και ανηφοράδες, τζάκια και παρασιές στo Σέλινο, μπήκαμε σ' ένα πέλαγος απ' όπου έπρεπε να βγούμε μόνο αφού θα καταγράφαμε και ό,τι επιζεί σήμερα στoν ίδιο χώρο, γύρω από τη λαογραφία των· της καμινάδας δηλ., του τζακιού, της φωτιάς και των σχετικών μ' αυτά! Το αποτέλεσμα: Συγκεντρώσαμε αρκετό υλικό, όπως:
1. Ριζίτικα τραγούδια: Τραγουδούν τη θαλπωρή του χωριάτικου σπιτιού, με τη χειμωνιάτικη ζεστασιά του.
«Σιγά σιγά βρέχειν ο Θιός και σιγανά χιονίζει
κι έχει το κρύγιος στα βουνά, το χιόνι στσι Μαδάρες.
Κι απούχει σπίθια ροδωτά και σπίθια ροδωμένα
κι έχει και στάρι και κρασί και λάδι στα πιθάρια,
και στα βαρέλια του κρασί και ξύλα στην αυλή του
κι έχει και κόρην όμορφη και στη φωθιά καθίζει
κι α δε βαριέται ο Θεός ας βρέχει κι ας χιονίζει...»7
Ή το άλλο ριζίτικο που παίρνει εικόνες κι αφορμές από τη φωτιά, που την έχει καθημερινό βίωμά του ο δημοτικός τραγουδιστής για να συνθέσει - όπως τού ταιριάζει- το στίχο του·
«Μαύρον καπνό είδα κι έβγαινε απάνω σ' ένα όρος
Παιδιά καμίνι καίουνε γή τ' όρος εκεντήθη,
γ ή άπού τ' αρχοντόπουλα κιανέναν εσκοτώσαν;
Μουιδέ καμίνι καίουνε, μουιδέ όρος εκεντήθη...»8
Αλλά και σε πλήθος ακόμη ριζίτικα επισημαίνεται ανάλογο λεξιλόγιο, ως: «μπόμπες, φωθιά και βόλια», «σκοτώσανε κι εκάψανε», κλπ.
2. Μαντινάδες: Πλήθος μπορεί κανείς να συγκεντρώσει με κατάσπαρτο λεξιλογικό πλούτο από το θέμα μας, καθώς οι παρακάτω:
1. Σα μου την άψες τη φωθιά, έπιασες το λαήνι
και κάνεις πως τη λαντουράς, μα κείνη μπλιο δε σβήνει.

2. Σα μου την άψες τη φωθιά, απ’ όξω τριγυρίζεις
και κάνεις πως δε με θωρείς και πως δε με γνωρίζεις.

3. Σα μου την άψες τη φωθιά, εσέρθηκες οπίσω
και κάνεις το σεΐρι μου, να δεις ανέν κεντήσω.

4. Σαν την αδύνατη φωθιά την αχινοποδάτη
με ‘καψεν η γι’ αγάπη σου, ω τρισανάθεμά τη!

5. Πάνω στ’ αόρη, στο βουνό, φωθιά θα πάω ν’ άψω
να βάλω το κορμάκι μου απάνω να το κάψω.

6. Οποιος φοβάται τη φωθιά, να μην ερθεί κοντά μου,
γιατί θα ‘τονε κάψουνε τ’ αναστενάγματά μου.

7. Καίει η φωθιά τα σίντερα, κι η κάψα τα σπαρμένα
και συ διαόλου θηλυκό τα σωθικά μου εμένα.

8. Σα μου την κάψεις την καρδιά, τον άθο θα μαζέψω
να τόνε κάμω γιατρικό, άλλους να θεραπέψω.

9. Πάνω στ’ αόρη καίγομαι και στη φωθιά μαργώνω
και στ’ αγκαλάκια σου τα δυο, σα ρόδο ξεφουντώνω.

10. Δε μ’ έκαψες με τη φωθιά, ν’ ανάψω και να σβήσω
μα με ’καψες με το σεβντά και πώς θα νταγιαντήσω.

11. Σα μου την άψες τη φωθιά, έφυγες κι άφηκές με
μουδέ Θεό θυμήθηκες, μουδέ λυπήθηκές με.

12. Οποιος φοβάται τη φωθιά, τση μπάλας το ντουμάνι
αφήνει την Πατρίδα του και του την παίρνουν άλλοι.

13. Γιατρούς δε θέλει ο χωρισμός, γιατί πληγές δεν κάνει,
μέσα κεντά ο άνθρωπος κι όξω φωθιά δε βγάνει.

14. Αναστενάζω και καπνός βγαίνει απού την καρδιά μου,
ότινα τ’ ανιστορηθώ πως βρίσκεσαι μακριά μου.

15. Βουνά, λαγκάδια και κλαδιά, ανοίξτε να περάσω
μήμπα να πάρετε φωθιά, ότιν’ α ν’ αναστέναξω.

16. Τέλος ωσά δεν έχουνε οι γι’ αναστεναγμοί μου,
θα βάλω αμοναχή φωθιά να κάψω το κορμί μου.

17. Ως μ’ έκαψες να καίγεσαι κι ως άφτω να λαυρίσεις
σαν το κεράκι τση Λαμπρής ν’ άψεις και να μη σβήσεις.

18. Ως είν’ η σπίθα λαμπερή, στη χόβολη χωσμένη,
ετσά ‘ναι κι η γι’ αγάπη μας, κρυφή μα μπιστεμένη.

Μαντινάδες ατέλειωτες, που ανάβουν φωτιές θεόρατες στης καρδιάς τα φύλλα, με τους σεβντάδες και τα ντέρτια που τραγουδούν, με της αγάπης τα πάθια τα αιώνια, που ψάλλουν!

3. Επωδές: Μούπαν γιαγιάδες και χεράμενες γυναίκες στον Καμπανού και στ’ Αρχοντικό του Πελεκάνου, που τις λένε σαν γητέματα για ν’ ανάψει τ’ απύρι, που αναδωμένο από υγρασία, συχνά δυσκολεύεται το άναμμά του, από το μισοσβησμένο καρβουνάκι που ’χαμε σκεπάσει με άθο (=στάχτη) στην παρασιά μας από χθες βράδυ.
“Αψε, άψε, φωτιδάκι να καεί το δοκαράκι” ή “Η μιτσή, μιτσή φωθιά τη μεγάλη αναγελά...”.
Για τη διατήρηση της φωτιάς στη στάχτη, της λένε για να την αντρειώνουνε:
“Ε! φωθιά, κερά φωθιά γάμο θα ’χουμε ταχειά,
μα έχουμε δεν έχουμε κράθιε εκειά να σ’ έχουμε...”.
4. Ευχές και κατάρες: Πήραν από τη φωτιά, κι από το θέμα μας γενικότερα, αφορμήσεις. Ετσι ακούμε συχνά:
α) Ο Θεός να σε φυλάει απού φωθιά και θάλασσα κι απού κακή γυναίκα.
β) Φωθιά να σε κάψει (και κρίμας στα ξύλα).
γ) Φωθιά να τόνε ντουμανίσει...
δ) Φωθιά να σε κεντήσει...
και σε σχετική μαντινάδα βρίσκουμε:
“Μαύρη ντου μοίρα π’ αγαπά και δεν τον αγαπούνε,
μαχαίρια τόνε σφάζουνε, φωθιές τόνε κεντούνε...”.
ε) Φωθιά να πέσ’ απάνω σου...
(σχετ. μαντινάδα:
- Φωθιά να πέσ’ απάνω σου, να κεντηθεί το φως σου,
ως μ’ έπαιζες κι εγέλας με, κι επέρνα ο καιρός σου).
στ) Ω! που να του ‘ρθει θεοτική φωθιά...
(σχετ. μαντινάδα:
- Στο στάδιο που μ’ έφερες, το κρίμα στο λαιμό σου,
και με θεοτική φωθιά, να δω το θάνατό σου).
ζ) Φωθιά να μπαινοβγεί στο σπίτι σας...
(Σχετ. μαντινάδα:
- Φωθιά να μπει στο σπίτι σας και το κορμί σου ν’ άψει
και στην κοιλιά τση μάνας σου, διάολος να φωνάξει)9.
5. Πολλές είναι επίσης οι παροιμίες και οι παροιμιακές φράσεις που συγκεντρωθήκανε, όπως:
α) “Ο καιρός πουλεί τα ξύλα κι η φουρτίνα τ’ αγοράζει”.
Που σημαίνει πως συγκεντρώνουμε τα ξύλα τον καλό καιρό, και τα ξοδιάζουμε στην κακοκαιρία.
β) “Με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά”.
Δηλ. μ’ αυτούς που φταίνε την πληρώνουν και μερικοί που σε τίποτα δε φταίνε. “Βρέχει επί δικαίων και αδίκων”.
γ) “Τ’ αράπη ο κ... καίγεται, κι εκείνος χαχαρίζει”.
Δε βλέπει το κατάντημά του, αλλά παίζει και γελά.
δ) “Το μονοδαύλι στη φωθιά, στον κ... ντου, που το φυσά”.
Με ένα και μοναχό ξύλο στο τζάκι, φυσάς δε φυσάς, συμπαίνεις δε συμπαίνεις, αποτέλεσμα δεν έχεις. Για να ’χεις επιτυχία σε κάτι, μην αγωνίζεσαι μόνος!
ε) “Στη βράση κολλά το σίντερο...”.
Προλαβαίνεις κάτι, αν το κάνεις χωρίς καθυστέρηση.
στ) “Μουδέ να καώ, μουδέ σάλιο να βάλω...”.
Ουτε ν’ αρρωστήσω, ούτε θεραπείες να κάνω...
ζ) “Επήρε φωθιά σαν την κακομπιστόλα...”.
Εβαλε καυγά δηλ. στο άψε - σβήσε...
η) “Φωθιά στη φωθιά...”.
Λέγεται στις περιπτώσεις που ενώ έχει αρχίσει ο καυγάς, κάποιος με τα λόγια του τον ανάβει περισσότερο.
θ) “Ριχνει λάδι στη φωθιά...”
Με την ένοια της προηγούμενης.
ι) “Εμαύρισέ ντου την καμινάδα...”
Εκαψε το σπίτι του. Του φόνευσε κάποιον δικό του.
ια) “Του κάπνισε να φύγει...”
Απότομα αποφάσισε ν’ αλλάξει πορεία, ή να φύγει...
ιβ) “Οσες καμινάδες, τόσες νοικοκεράδες...”
Τόσων ειδών μαγειρέματα, όσα και τα τζάκια.
ιγ) “Η μουζουδιά τ’ απόμεινε...”.
Λέγεται για όσους κατηγορήθηκαν δίκια ή άδικα και αθωωθήκανε, ότι πάλι μουντζουρώθηκε το χαρτί των.
Και η σχετική μαντινάδα:
“Αφόριον είναι το γυαλί και σφάκελα ντ’ απού ’πε,
κι η μουζουδιά τ’ απόμεινε, κι ο νταμουλάς που του ’ρθε”.
ιδ) “Χωρίς φωθιά καπνός δε βγαίνει...”.
Χωρίς να φταις σε κάτι, δεν μπορούν να σε κατηγορήσουν. Χωρίς αυτό, δε γίνεται κείνο, κ.τ.ο.
6. Αρκετές προλήψεις και δεισιδαιμονίες, βρήκαν κι εδώ τη θέση τους, που δύσκολα ξεριζώνονται.
“Κατάλοιπα παλαιών ψυχικών φόβων του ανθρώπου, όσο και μορφών θρησκείας, αλλά και συνθηκών επιστημονικής άγνοιας και τρόπων κοινωνικής ζωής”10, δεν είναι εύκολο να σβήσουν. Και ζούν ακόμη έντονα και κάνουν συχνά τις καρδιές ν’ αγωνιούν, να φοβούνται, να περιμένουν, όπως:
α) Φωθιά συνεπαρσιάτικα (=τέλος μηνός) δε δανείζουνε, γιατί το θεωρούν κακό.
β) Φωθιά απο σπίτι που έχει λειχούνα (=νεογέννητο παιδί) δε δανείζουν, γιατί τσιμπλιάζουν τα μάτια του μωρού.
γ) Η κοιλιοβαρεμένη (=έγκυος γυναίκα) δεν πρέπει να βάνει τα ξύλα στη φωθιά ανάποδα (δηλ. με τη ρίζα προς τη φωτιά) γιατί θα της έρθει στη γέννα και το παιδί ανάποδα.
δ) Τα μικρά παιδιά, οταν παίρνουν αναμμένα ξύλα (δαυλούς) και τα κρατούν, πιστεύεται ότι θα βρεχτούν το βράδυ.
ε) Οταν τρίζουν τα ξύλα στη φωθιά, λέμε πως είναι γλωσσοφαγιά και φτύνουμε για ξόρκι και λέμε: “Στην κεφαλή του”.
στ) Οταν κάνει μεγάλη φλόγα η φωθιά και ακούγεται ένα χαρακτηριστικό φσφσφσ, πιστεύουν ότι είναι γλωσσοφαγιά, ή σουρεύγουνε το σπίτι τους (=προσβάλλουν με λόγια την τιμή τους). Τότε συμπαίνουν τη φωθιά και λένε το ξόρκι:
“Αν είσαι φίλος μη χωστείς κι αν είσ’ εχθρός να σκάσεις
κι αν είσαι κακοθελητής να πέσεις να μπλαντάξεις” και συγχρόνως σταυρώνουν τη στάχτη.
ζ) Οταν πορπατούν στ’ άκαγο ξύλο σπίθες, πιστεύουν πως θα ’ρθουν μουσαφίρηδες (επισκέπτες).
η) Οταν καεί το τσικάλι (πήλινη χύτρα) γύρω - γύρω, λέμε πως είναι γλωσσοφαγιά.
θ) Την Πρωτοχρονιά σαλιώνουν λιόφυλλα και τα ρίχνουν στα αναμμένα κάρβουνα και λένε:
“Ανεν πηδήξει θα βγάλω το χρόνο
κι ανέν αρπάξει δε θα ζώ”.
ι) Ρίχνουν στα αναμμένα κάρβουνα ένα ψύλλο και λένε:
“Ανεν χτυπήσει, θα γενεί ασερνικό
κι ανέν ξετσουφίσει θηλυκό”.
ια) Των Κληδώνω κοσκινίζουν στάχτη και ό,τι σχήματα σχηματισθούν ως το πρωί, θα δείξουν το επάγγελμα του άντρα που θα πάρει η νια του σπιτιού. Π.χ. αν σχηματίζεται σκεπάρνι, θα πάρει μαραγκό κ.λπ.
ιβ) Με την αμουζουδιά του πηλοτσίκαλου ή του τηγανιού αμουζουδώνουν στη ράχη τα παιδιά για να μη ματιάζονται (Η μουζουδιά δεν πρέπει να φαίνεται). Επίσης αμουζουδώνουν τα πρόβατα, για να μη ματιαστούν.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
7. Σταμ. Α. Αποστολάκης: “Ριζίτικα, τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης”, Αθήνα, 1993, σχ. 8ο, σ. 614
Εδώ σ. 341
8. Αριστ. Κριάρη: “Πλήρης συλλογή Κρητικών Δημωδών Ασμάτων”, Αθήναι, 1921, σχ. 8ο μεγάλο, σ. 287 - Αποστολάκης: Οπ. παρ. σ. 235
9. Μαρίας Λιουδάκη: “Λαογραφικά Κρήτης”, τόμ. Α’ - Μαντινάδες, Εκδ. οικ. Ελευθερουδάκη, Αθήναι, 1936, σχ. 8ο μεγάλο, σ. 164
10. Δημ. Σ. Λουκάτου: “Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία”, εκδ. Μορφ. Ιδρυμ. Εθν. Τραπέζης, Αθήνα, 1977, σ. 241.
ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ 7/09/2009 http://www.haniotika-nea.gr/index.php?art_id=29796

0
No votes yet
Your rating: Κανένα