“Η Σελινιώτικη καμινάδα” Γ'
7. Και η λαϊκή ιατρική στο Σέλινο πήρε από τη φωτιά και την καμινάδα φάρμακα. Ετσι: α) Καίνε με αγριολιά και του λύχνου το λάδι, τις πληγές και γίνονται καλά. β) Κάνουν καψουλίδα από άσπρο καθαρό πανί και με λυχνόλαδο μαζί, επιπάσσουν τις πληγές και θεραπεύονται. γ) Αλείφουν τις πληγές των ζώων με καπνιά και λυχνόλαδο μαζί, και γίνονται καλά. δ) Καίνε το κοράκιο (τον άνθρακα) στον ουρανίσκο του αρρώστου μ’ ένα πυρωμένο σίδερο, προσεχτικά. ε) Θερμαίνουν βύσαλα (από λαΐνα σπασμένη η κεραμίδι) και τα τυλίγουν με μάλλινα πανιά. Μετά τα βάζουν στην πλάτη, τα πλευρά, ή το στήθος του βαριά κρυολογημένου και γίνεται καλά. στ) Βάζουν άθο (στάχτη) ζεστό σε σακουλάκι από πυκνοϋφασμένο πανί, για να μη χύνεται, και το τυλίγουν γύρω στο λαιμό του αρρώστου. Οταν το επαναλάβουν δύο - τρείς φορές, ο πονόλαιμος θεραπεύεται. 8. Οι λέξεις και οι φράσεις που μπορούν να συγκεντρωθούν γύρω από το θέμα μας, από την περιοχή που ερευνούμε (το Σέλινο), είναι πάρα πολλές. Μεταφέρουμε εδώ μερικές μόνο, γιατί ο χώρος είναι πολύτιμος και το βήμα τούτο δεν είναι γλωσσολογίας. Θα ωφελούσε μια αντίστοιχη συλλογή κι από άλλα μέρη του νησιού μας. Ας δούμε όμως κάποιες ομάδες από το υλικό μας: ανηφοράς, ο: η κορυφή του τζακιού. Χτιστή, τετράγωνη ή κυλινδρική έξοδος του καπνού της καμινάδας. αμάθια, τα: οπές στα πλάγια του ανηφορά για την έξοδο του καπνού. Καπνότρυπες. Τις ανοίγουμε ή τις κλείνουμε, ανάλογα με τον καιρό, με άχρηστα βρεγμένα πανιά. καμιναδόπλακα, η: πλάκα που σκεπάζει την καμινάδα. Ο τεχνίτης της χρησιμοποιεί απαλόπλακα που σκίζει εύκολα,για να την κάνει με ανάλογο βάρος. καμινάδα, η: το σχετικό κτίσμα εξωτερικά και εσωτερικά του μαγερειού. Αρχίζει από τα θεμέλια ή και από ψηλότερα. Ευρύτερα στο Σέλινο, το τζάκι. Αλλά και τοπωνυμία: Συνοικία στους Ανύδρους της τ. Κοιν. Παλαιόχωρας Σελίνου, η Καμινάδα, με οικόσιτη κτηνοτροφία, λάδι, χαρούπια κλπ. παρασιά, η: εστία, τζάκι. Εδώ το υπόβαθρο του πυρομαχιοϋ. Στην παρασιά τραβούμε τ' αναμμένα κάρβουνα, για να ζεσταθούμε. πυρομάχι, το: πέτρινο στήριγμα από σπληνόπετρα, όπου εφάπτονται το μαγειρικά σκεύη όταν μαγειρεύουμε. καθιές, οι: καθίσματα ακίνητα, γύρω στην καμινάδα. κουτσούρια, τα: καθίσματα από κορμούς δέντρων. Τα μικρά τα λέμε κουτσουράκια. μασάς, ο: μεταλλική λαβίδα που πιάνουμε τ' αναμμένα κάρβουνα, η πυράγρα. ξεγουλιστήρι, το: σκληρό ξύλο ή σιδερένιο εργαλείο, μήκους 0,70-0,80 μ., για να σκαλίζουμε («να ξεγουλίζουμε») τα ξύλα, ν' ανάβουν καλύτερα. φυσιχτήρα, η: καλαμένιος ή από σίδερο σωλήνας, για να φυσούμε τη φωτιά ν' ανάψει και να δυναμώσει. κάρβουνα, τα: άνθρακες. άνθρακοβόλη, η: πολλά αναμμένα κάρβουνα. άθος, ο: στάχτη. Τη ρίχνουν Στα σκόρδα για λίπασμα. Κατασταλαγμένο σταχτόνερο είναι ή άλουσιά (αλισίβα, η) με πολλές χρήσεις, στην παρασκευή τού σαπουνιού, Στη μπουγάδα, στo πλύσιμο πιάτων και σε γλυκά, όπως τα ξεροτήγανα, μελομακάρουνα, κλπ. (Δες και τη μαντινάδα άρ. 8). φωθιά, η: φωτιά. αθάλη, η: άρχ. αιθάλη, το μαύρο κατακάθισμα τού καπνού. Έδώ έχει την έννοια φωτιάς από χωνεμένα κάρβουνα. Μαντινάδα: «Χριστέ μου και να γύριζα στo πατρικό σπιτάκι, να με ζεσταίνει ή παρασιά, τα ξύλα μές στo τζάκι. Να βάλω δυό οφτά κουκιά να ψήσω στην άθάλη να πιω και κόκκινο κρασί, να ξανανιώσω πάλι.»11 καπνιά, η: μουντζούρα του καπνού. καπνι(α)σμένο, το: ταριχευμένο με το" κάπνισμα λουκάνικο. Χαρακτηριστική μυρωδιά: η καπνίλα. αμουζουδιά, η: μουντζούρα από το εξωτερικό τηγανιού ή πήλινου τσικαλιού, χρησιμοποιημένων σε πυρομάχι. "Αλλη έννοια: Κακή πράξη. Ανάλογη και η μαντινάδα από την αξεπέραστη μεγάλη συλλογή της Μ. Λιουδάκη (σ. 243): «Αφόριο είναι το γυαλί και σφάκελα ντ' άπού 'πε, κι η μουζουδιά τ' απόμεινε, κι ο νταμουλάς που τούρθε.» απύρι, το: θειάφι. Αλλά εδώ: νήμα με θειάφι που βοηθά ν' ανάψουμε φωτιά. Τ' άπύρι γίνεται έτσι: Λιώνουν σ' ένα δοχείο το θειάφι, ποτίζουν μέσα στo διάλυμα βαμβακερά νήματα, τα ξηραίνουν μετά κι έχουν το απύρι, είδος κεριού που ανάβει εύκολα όταν το πλησιάσεις σε αναμμένα καρβουνάκια. Σχετική και η μαντινάδα: «Εκάηκα σαν το κερί κι έλιωσα σαν τ' απύρι, κι άδικο νάχει για καρδιά, που δέ χαλά χατήρι».12 πυροφύτιλο, το: συνώνυμο με το προηγούμενο. μπροσαψίδι, το: υποβοηθητικό ν' ανάψουμε φωτιά, π.χ. ξερό θυμάρι, δαδί, άχινοπόδι. Το λέμε και: (μ)προσάναμμα, το. χάμπαθα, τα: τα λέμε και τσίρφουλα. Τα ρίχνουμε Στη φωτιά. Είναι από σπαθισμένο λινάρι, σπασμέν' αμύγδαλα, κ.τ.ο. σκιζαράκια, τα: μικρά μικρά ξύλα σκισμένα για φωτιά. Τα μεγαλύτερα τα λέμε σκίζες, και τα ακόμα μεγαλύτερα σκιζάρες. μονοδαύλι, το: ένας μόνο δαυλός (ξύλο) Στη φωτιά. κούτσουρας, ο: χοντρός κορμός δέντρου. Τα ξύλα τα λέμε πρινένια, όταν είναι από πρίνο, έλένια, όταν είναι από ελιά ή και λιόξυλα. πυρήνα, ή: καύσιμη ύλη από αλεσμένους και συνθλιμμένους πυρήνες ελαιοκάρπου. Ανάβει εύκολα, αλλά μυρίζει... ντουμάνι, το: φλόγα μεγάλη. 'Αλλιώς: αφουντάνα, ή. «Αχ ντουμάνι και φωθιά, άχι φωθιά και λόχη, το πράμα να θεωρεί κιανείς κι ύστερα να μην τόχει.»13 αποσπερίδα, ή: συντροφιά βραδινή κοντά στo τζάκι. Η παρέα: αποσπεριτάδες, οι, και ρ. αποσπερίζω. πυρώνουμαι: ζεσταίνομαι, θερμαίνομαι. «Πυρώνω τα ρούχα μου, γιατί είναι ογρά (= βρεγμένα).» αδυνατή φωθιά, η: ζωηρή. Αντίθετο: σιγανή φωθιά. «Σαν την αδυνατή φωθιά, την αχινόποδάτη, μ' έκαψεν η γι' αγάπη σου, ώ τρισανάθεμά τη!»14 Γύρω από την καμινάδα, με την έννοια -το ξαναλέμε - του τζακιού, κι εκτός από τα απαραίτητα σκεύη της μαγειρικής, είναι και τα παρακάτω: λαδοκούρουπο, το: πήλινο δοχείο λαδιού, μικρός πίθος. λαδικό, το: ένα πιάτο και μιά κανάτα με σκέπασμα. άλατσερό, το: κουρούπι, ντρομπάς, φλασκί, ξύλινο κουτί ή εσοχή στoν τοίχο, που έχουν το αλάτι. κορωνιός, ο: πίθος μικρός, στέρεος, με χαρακτηριστικά σχέδια από δακτυλίους γύρω γύρω εξωτερικά. Κουρούπα. Χρησιμοποιείται για τίς παστές ελιές. λυχνοστάτης, ο: κρεμούν το λυχνάρι. Καντηλιέρης, ο. λαϊνοστάτης, ο: υποδοχή για την τοποθέτηση της στάμνας, της λαΐνας, όπως λέγεται στo Σέλινο. τσικαλοκαθιά, η: είναι δίπλ' από το πυρομάχι μιά θέση καμωμένη από άδεια κρομμυδοπλεξάνα γινωμένη ρολό, για να καθίζουν (να βάζουν) πάνω το τσικάλι. κουτσάκι, το: στερεωμένο τσεγκέλι στoν τοίχο άπ' όπου κρεμούν το καντάρι (= στατήρας) κ.ά. χρειώδη. φενέρι, το: φωτιστικός φανός, από λάδι και φυτίλι δέ μένει ποτέ. Απαραίτητο στους γεωργούς για τα βραδινά ποτίσματα των κήπων, τ' αχυροταΐσματα των ζώων και Στη συλλογή σαλιγκαριών τίς νύχτες κ.λπ. φανάρι, το: ορθογώνιο κιβώτιο ξύλινο ή τενεκεδένιο με κρισάρα ψιλή, όπου φυλάγουν το γάλα ή φαγώσιμα. Προφυλάσσει από τίς μύγες και αερίζει τα τρόφιμα να μή χαλάσουν. παραστάδες, οι: τα δυό στηρίγματα, κάποτε χτιστά, που κρατούν το καμιναδόξυλο της καμινάδας. Άπ' εδώ αρχίζει το εσωτερικό της, που οδηγεί τον καπνό στoν ανηφορά, στην έξοδο. "Ας μεταφέρουμε όμως και λίγες φράσεις όπως ακούγονται στίς αποσπερίδες και τα νυχτέρια του χωριού μας. «Ελάστε ν' αποσπερίσουμε». (Ευνόητη) «Αφουντανίζει η φωθιά και ξεκορφίζει»...λ Έχει μεγάλη φλόγα) «Δουλεύγει καλά ή φωθιά.» (Ανάβει ζωηρά) «Έπούμωσε ή φωθιά». (Πλάκωσαν τα ξύλα, κι έσβησαν) «Συμπαυλουκίζω τη φωθιά.» (Σπρώχνω και αποχωρίζω τα αναμμένα κάρβουνα από τα ξύλα, για να ζωηρέψει η φωτιά). «Έτσούκνι(α)σε το ρυζόγαλο μας». (Κάηκε στoν πυθμένα τού τσικαλιού το ρυζόγαλο, έπιασε). «Έκαπνούλιασε το φαητό μας». (Πήρε μιά χαρακτηριστική, άσχημη οσμή το φαγητό, γιατί ενώ κάπνιζε το τζάκι, είχαμε αφήσει το κάλυμμα [πούμα] του τσικαλιού μας, κουφωτό, μισάνοιχτο). «Έντουμανίσανε τ' αχινοπόδια, μόνο βάλε χοντρά ξύλα». (Ανάψανε αμέσως τ' αχινοπόδια [θάμνος ευφλεκτος, αγκάθι] και ρίξε χοντρά ξύλα ν' ανάψουν κι αυτά). «Εκάμανε πουλάδες τ' αντζιά σου απού τη φωθιά». (Εκαναν χαρακτηριστικές κοκκινίλες οι γάμπες σου, γιατί πλησίαζες πολύ Στη φωτιά). «Έκούκλωσα στην αθρακοβόλη τσι πατάτες να ξεροψηστούν, μόνο έχε το νού σου». (Εβαλα στην ανθρακιά πατάτες για «οφτές», μόνο έχε το νού σου, πρόσεχε μην καούν). 9. Από τ' ανέκδοτα και τίς σύντομες ευτράπελες διηγήσεις, με το σπινθηροβόλο πνεύμα που τίς χαρακτηρίζει, και που είναι σχετικά με το θέμα μας, θα καταχωρίσουμ' έδώ 2-3 μόνο, γιατί είναι ή στενότητα του χώρου π' αναγκάζει. "Ας χαρούμε όμως, ό,τι από το πλήθος ξεχωρίσαμε: α) «Με χιονόκαιρο έβγήκε άπού το κατωγάκι τση ή χήρα ή Γιάννενα, κι έπήγαινε όθεν τσή Μαργαρώς τον οντά. Ή γειτόνισσα τση τη θωρεί. Γυρίζει και τσή φωνάζει: Έλα θειά να πυρωθείς... Λ' όι, κερά μου, πυρωμένη είμ' άπού κάτω... (κι εννοούσε βέβαια από το σπίτι της, που είναι πιό κάτω, στo ισόγειο...») [Αφηγητής: Χ. Μπ.- Καμπανός, Σελίνου.] β) «Βροχόκαιρος, χιονιστής και κρυγιαδερός, ούλος ο μήνας, ετελειώσανε τα ξύλα στo σπίτι τού φαμελίτη μπάρμπα Μανωλιό, άπού τα πέρα χωριά. Γάιδαρο δέν είχε, κι αποφασίζει, σαν έκοψε λιγάκι το κατακαίρι, να πάει να ζητήξει τού γείτονα ντου τού Γιωργιό, το χτήμα, για να πάει να φέρει μερικά λιόξυλα. - Να μού δώσεις θέλεις-τού λέει- “τη χτηματσερή” να πάω να φέρω ένα γομάρι ξύλα, απού τ' Απανωστράτι; - Μετά χαράς Μανωλιό μου, μα την έχω δοσμένη του Μαρουλογιάννη, να φέρει άχερα απού τ' άλλο χωριό!... Την ίδια ώρα όμως άρχισε η γαϊδάρα ν' άγγανίζει στo κατώι... - Γροικώ γείτονα και την έεις μέσα, κι απόις με περπαίζεις, πως λείπει... - Μα εμενα θα πιστέψεις εδά Μανωλιό μου γή τση γαϊδάρας μου...» [Αφηγητής: Ε. Κοντ. Αρχοντικό, Σελίνου]. γ) Όμως κι από μιά ωραία δίτομη συλλογή15 Κρητικών ανεκδότων, ας δανειστούμε ένα σχετικό: «Ενας λεβέντης Άκρωτηριανός16 περνά τον δρόμο με τον γάιδαρό του φορτωμένο προσανάμματα για το φούρνο, που χρησιμοποιούσανε παλιά στα σπίτια τών Χανιών. -Αχινοπόδια καλά, διαλαλεί. Προβαίνει μιά γυναίκα στην πόρτα της... Άφού αγόρασε το φόρτωμα, για τη μπουγάδα της, ρωτά τον πουλητή: Έεις ώρα; (φαίνεται πως είχε σταματήσει το ρολόι της). "Εχω εγώ, κερά μου, ώρα, μα τον γάιδαρο πού θα τον αφήσω;... (Ο Άκρωτηριανός το πήγαινε άλλου...) Περιτριγύρισα, χωρίς καθόλου να κυνηγώ, το θέμα μου. Μέσα στo δρόμο μου, ο,τ' είδα κι αποτύπωσα. Στη φωτογραφία και στo χαρτί, καμινάδες, τζάκια κι ανηφοράδες, σπιτιών έρημων ή οχι κατοικημένων, τώρα τα θωρώ στo χαρτί συναγμένα και θαρρώ πως ακούγεται υπόκωφο το σύθρηνό τους για το ό,τι ήταν και δέν είναι, για ό,τι χαίρονταν και χάθηκε, για ό,τι ζούσαν κι έχει πεθάνει! Μα παίρνω κουράγιο από τη σκέψη πως ξαναγυρίζουμε, τελευταία (όπως διαπιστώνεται), Στα πατρικά σπίτια μας, Στα χωριά, όσο το μπορούμε, νοσταλγοί, προσκυνητές ή κι άνοικοδομητές, άν θέλετε, θαρρείς κι ή Παντοδύναμη πατρική Εστία, που νανούρισε τα μικράτα μας, μας καλεί ξανά, σαν το χώμα τού Τόπου μας, να πάρουμε κουράγιο. • Κουράγιο και δύναμη για να βαδίσουμε ακόμη πιό πολλά βήματα. Στα δύσβατα σταυροδρόμια της ασφάλτου και της μαυροσκότεινης, μέσα στoν ψεύτικο τεχνικό φωτισμό της, πόλης, που μάς συγκέντρωσε, μάγισσα ολέθρια, στην άσφυχτική αγκαλιά της!... Έτσι θωρώ και οικισμοί παραδοσιακοί ξαναζούν17. Σπίτια αρχοντικά και άλλα, χτίζονται με της αλάθευτης λαϊκής αρχιτεκτονικής μας τα προστάγματα και τα μέτρα και μιά αναγέννηση από τη στάχτη της Εστίας μας, πάντα ξανανιώνει, όπως το λέει κι ο αθάνατος λυράρης του Νησιού μας, στoν πανάρχαιο σκοπό που παίζει και τραγουδεί με τη μαντινάδα: «Έγώ 'μαι κείνο το πουλί, που Στη φωθιά σιμώνω, καίγομαι, άθος γίνομαι, μα πάλι ξανανιώνω»18. Κι είναι παρήγορο κι ευχάριστο μαζί. Γιατί θα ξαναζωντανέψει και θα τριζοβολά χαρούμενη πάλι, η Κρητική καμινάδα, με τις αποσπερίδες της. Τίς ατέλειωτες χειμωνιάτικες βραδιές, χαρά της, θ' ακούει πάλι ιστορίες για πολέμους και δύκολες μέρες, γι' αγάπες και σεβντάδες, για προξενιά και παντρειές, για σχέδια και κουμάντα, για δράκους και καλοκυράδες, για μέρες χαρούμενες κι ευτυχισμένες. Αγαπημένη μου καμινάδα Σελινιώτικη, που «το τζάκι (σου) είναι μισόφωτο και φλόγες. Ή καπνοδόχος (σου) είναι ήλιος και καπνός. Δυό μαστορέματα που σημαδεύουνε την άρχή και το τέλος λειτουργίας πανάρχαιης, οικουμενικής. Εστία: Λειτουργίας και αίσθησης πολλαπλής: μαγείρεμα, καταφύγιο, ζέστα, κάτι που σε χαϊδεύει»19.... Σε θυμούμαι και σε νοσταλγώ! Σε σκέφτομαι και δακρύζω... Κι όρκο σού κάνω, απάτητο, να σ' αναστήσω και πάλι και να φέρνω συχνά τα παιδιά και τους δικούς μου όλους, Στη θαλπωρή και τη ζεστασιά σου την αλησμόνητη! Χαρά τους θάναι! Μα και δροσιά και αναγάλλιασμα τής Ψυχής των γονιών μου, που θα σκιρτά εκεί Στα ύψη, σαν θα βλέπουν το σπιτικό τους να ξαναζεί, το νοικοκυριό τους να ξανανοίγει την πόρτα του και την καμινάδα τους να ξανακαπνίζει!...
ΤΕΛΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 11. Γιάννη Ε. Δερμιτζάκη: «Κρητικές μαντινάδες», Σητεία, 1953, καί Κασέτα Νο 3, 1979, με Σητειακές κοντυλιές, κλπ, 12. Μαρίας Λιουδάκη: «Λαογραφικά Κρήτης», τόμ. Α'-Μαντινάδες, Έκδ. οίκ. Ελευθερουδάκη, Αθήναι, 1936, σχ. 8ο μεγάλο, σ.111. 13. Όπου παραπάνω, σ. 250, άρ. 14. 15. Άριστ. Ι. Κριάρη: «Αθιβολές», Κρητικά ανέκδοτα, τόμ. Α', σχ. 8ο, Αθήνα, 1973. Τόμ. Β' σχ. 8ο, Αθήνα 1978. (Τό ανέκδοτο από τόμ. Α', σ. 93). 16. Σημ. δική μας: Από τήν επαρχία Κυδωνιάς. Γιατί οί Σελινιώτες ούτε πουλούσαν, ούτε αγόραζαν ξύλα. Είχαν. 17. Εδώ επιβάλλεται νά θυμηθούμε την προσπάθεια του καλοκαιριού του 1979, στο Γαβαλοχώρι Άποκορώνου. Να επαινέσουμε, και πάλι, τον Εκπολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο του χωριού, για όσα έκανε και κάνει, για να προστατέψει την αρχιτεκτονική κληρονομιά, την παράδοση και το περιβάλλον της περιοχής του. Να τους μιμηθούμε! 18. Μαρίας Λιουδάκη: «Λαογραφικά Κρήτης», τόμ. Α' - Μαντινάδες. Έκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήναι, 1936, σχ. 8ο, σ. 274. 19. Δ. Βασιλειάδη: «Το κρητικό σπίτι, αυτό το καταφύγιο κι αυτό το ορμητήριο». Αθήνα, 1976, σχ. 4ο, με πλούσια εικονογρ. 468 φωτογρ. και σ. 1-330, σ. 305 κ.ε. 19. Όπου παραπάνω, σ.111, αρ. 81.
Σταμάτης Απ. Αποστολάκης
χανιώτικα νέα 9/2/2009 http://www.haniotika-nea.gr/index.php?art_id=29878
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή
Send to friend


