Μονή Ανατολικού Σελίνου: Ένα από τα τρία μαρτυρικά χωριά
Νότια του νομού Χανίων βρίσκεται ο Δήμος Ανατολικού Σελίνου που βορειανατολικά συνορεύει με τον Δήμο Μουσούρων, βορειοδυτικά με τον Δήμο Καντάνου, νοτιοδυτικά με τον Δήμο Πελεκάνου και νοτιοανατολικά με τον Δήμο Χώρας Σφακίων, ενώ στα νότια βρέχεται από το Λιβυκό πέλαγος. Είκοσι τέσσερα μικρά γραφικά χωριουδάκια συμπεριλαμβάνονται στη δημοτική του περιφέρεια, μεταξύ αυτών και η Μονή που επισκεφθήκαμε.
Η Μονή σήμερα έχει ελάχιστους κατοίκους και όλοι ηλικιωμένοι, αλλά σε λίγα χρόνια, τ’ όνομά της θα μαρτυρεί την πραγματική μοναξιά, που έφερε η αντι-αγροτική πολιτική των κυβερνήσεων από τα μέσα του 20ού αιώνα και ύστερα, με μικρές εξαιρέσεις ευχάριστων περιόδων για την αγροτιά. Πρόκειται για οικισμό της πρώην κοινότητας Σούγιας, κτισμένο κοντά στις όχθες του πανέμορφου Αγιερηνιώτικου ποταμού. Ιστορικά αναφέρεται στην επαρχία Σελίνου το 1577 με 280 κατοίκους, ενώ στην αιγυπτιακή απογραφεί του 1834 με τέσσερις χριστιανικές και 12 τούρκικες οικογένειες. Το 1881 αναφέρεται στον Δήμο Καμπανού με 104 Χριστιανούς κατοίκους…, το 1900 στον ίδιο Δήμο με 145, το 1920 στον αγροτικό Δήμο Σούγιας με 146, το 1928 έδρα ομώνυμης κοινότητας με 166, το 1940 στην κοινότητα Σούγιας με 126. Στη συνέχεια οι Γερμανοί κατέστρεψαν το χωριό δια πυρός το 1943 για την εθνική δράση των κατοίκων του. Το 1951 που απογράφηκε το χωριό οι κάτοικοί του ήταν 96, ενώ το 1961 και το 1971 οι κάτοικοί του είχαν λιγοστέψει για τα καλά έχοντας απομείνει μόνο 72.
Για το χωριό τους, μίλησαν στα «Χ.Ν.» με πόνο ψυχής οι ηλικιωμένοι κάτοικοι που έτυχε να συναντηθούμε στο μοναδικό καφενείο ενός παλιού αγωνιστή του κ. Βασιλείου Μετοχαράκη, ο οποίος αμέσως μετά, μας ξενάγησε σε όλο το χωριό και την περιοχή. Από το οδοιπορικό μας, καταγράψαμε συγκλονιστικά ιστορικά στοιχεία και τραβήξαμε πολλές φωτογραφίες από μνημεία και τόπους… ποτισμένους με αίμα. Αρχίζουμε με την εξιστόρηση του κ. Νίκου Μετοχαράκη, αδελφού του κ. Βασίλη, ο οποίος στα χρόνια της Κατοχής έκανε και χρέη χειρουργού μ’ ένα μικρό καλά τροχισμένο μαχαιράκι: “Εδώ, στη Μονή γεννήθηκα στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα και παρέμεινα δημιουργώντας τη δική μου οικογένεια. Στα μαθητικά μου χρόνια, πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο του χωριού σαράντα πέντε μαθητές. Αργότερα φοίτησα και σε δύο τάξεις στο γυμνάσιο της Παλαιόχωρας. Με τα πόδια πήγαινα και με τα πόδια γύρναγα κάθε εβδομάδα, για να φέρω τα ρούχα μου να τα πλύνει η μάνα μας και να πάρω στο σακούλι μου τρόφιμα. Η κατοχή με βρήκε νέο 21 ετών. Εμείς εδώ, όπως και σε πολλά άλλα χωριά αντισταθήκαμε με πολύ δυναμισμό, γι’ αυτό οι Γερμανοί ως αντίποινα έκαψαν το χωριό μας το 1943 και ανατίναξαν το δημοτικό σχολείο με δυναμίτες. Έπεσε η στέγη του κάτω και οι τοίχοι σωριάστηκαν προς τα έξω, χωρίς όμως να χαλάσουν. Μετά τον πόλεμο ανέλαβα την αναστήλωσή του. Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά έκαναν μαθήματα σε διάφορα σπίτια.
Όταν, λοιπόν, το 1941 ήρθαν οι Γερμανοί, ο μακαρίτης ο πατέρας μας που ήταν βοσκός, εκείνες τις μέρες είχε τα ζώα μας στην πλαγιά της Μαδάρας, αντικριστά με το Λιβυκό πέλαγος. Όπως περπατούσε έφτασε στη σπηλιάρα, μια μεγάλη σπηλιά για να αντιληφθεί ότι βρισκόταν μέσα μια ομάδα στρατιωτικών με τα ρούχα απλωμένα στα κλαδιά για να στεγνώσουν. Ήταν ξένοι, αλλά είχαν διερμηνέα που μιλούσε τα ελληνικά και του είπε: Είμαστε Άγγλοι στρατιωτικοί και μας έφερε κοντά στην παραλία ένα υποβρύχιο, με σκοπό να σας βοηθήσουμε να απελευθερωθείτε από τους Γερμανούς… Καλώς ήλθατε, απάντησε ο πατέρας μου και τους είπε ότι τον λένε Ιωάννη Μετοχαράκη. Καταχαρούμενος, λοιπόν, πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό να ενημερώσει τους χωριανούς…
Μετά από καιρό, η επόμενη αποστολή των Άγγλων έστησε το παρατηρητήριό τους και ο πατέρας μου από δω και πέρα, έδρασε ως πυρήνας για την εθνική αντίσταση όλη την περίοδο της κατοχής έχοντας κοντά του και πάρα πολλούς άλλους.
Εγώ τώρα με τ’ αδέλφια μου και άλλους χωριανούς, δώσαμε τον αγώνα μας όπως και όπου μπορούσαμε ενάντια στον βάρβαρο εισβολέα. Έγιναν πολλές μάχες, αλλά για να τις αναφέρω αναλυτικά θα γράψουμε τόμους… Εκτός από μάχιμος, αξίζει να πω ότι εκτελούσα χρέη νοσοκόμου και γιατρού χειρουργού. Δεν είχαμε τα μέσα, πέρα από στρατιωτικούς επιδέσμους, ιώδιο και τσικουδιά ως οινόπνευμα. Για νυστέρι, χρησιμοποιούσα ένα «σφαλικτάρι» μαχαιράκι καλά ακονισμένο. Με αυτό έσχιζα το δέρμα των τραυματισμένων και έβγαζα τις σφαίρες και έκοβα όταν χρειαζόταν κομμάτια κρέατος που άρχιζαν να σαπίζουν. Αργότερα πήγα στη Μέση Ανατολή και εκπαιδεύτηκα ως κομάντος για ορεινές καταδρομές… Η γενιά μας πολέμησε για να υπερασπισθεί τα πάτρια εδάφη. Σελινιώτες και Σφακιανοί από τούτη τη μεριά, μαζί και ένας ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού από τα Εννιά Χωριά Κισάμου ο Εμμανουήλ Πιμπλής, δώσαμε μεγάλες μάχες στην περιοχή. Ο πόλεμος, ευτυχώς έληξε, αλλά είχε πολλές καταστροφές και θύματα. Δεν προλάβαμε όμως να ανασάνουμε, γιατί, δυστυχώς ακολούθησαν άλλες περιπέτειες με εσωτερικές τώρα συγκρούσεις που κράτησαν τρία χρόνια. Τα μετέπειτα χρόνια κυλούσαν χωρίς φασαρίες, αλλά με πολύ φτώχεια και δίχως ουσιαστική υποστήριξη από το κράτος για τον αγροτικό πληθυσμό. Άρχισε η μετανάστευση στο εξωτερικό και σε πόλεις… Γι’ αυτό καταντήσανε όλα τα χωριά έρημοι τόποι. Απομείναμε, λοιπόν, μια δεκαπενταριά γερασμένες ψυχές, από 75 χρονών και πάνω. Αν η πολιτεία, έστω και τώρα που σίγουρα είναι αργά, δεν λάβει μέτρα για τα χωριά δημιουργώντας υποδομές ώστε να επιστρέψουν στις ρίζες τους πολλοί κάτοικοι από τις πόλεις, σε λίγα χρόνια όλα θα έχουν «κατακτηθεί» από ξένους και θα κυματίζουν σε αυτούς εδώ τους τόπους, που εμείς και οι πατεράδες μας υπερασπισθήκαμε με γενναιότητα, οι δικές τους σημαίες…”.
Μικρό παιδί ήταν στην κατοχή ο κ. Ευτύχιος Σταυριανουδάκης που συναντήσαμε στην παρέα του καφενείου και μας είπε: “Γεννήθηκα στη Μονή το 1931 και η κατοχή με βρήκε μικρό παιδί. Ο φόβος μας ήταν μεγάλος όταν ακούγαμε τους κρότους από τα όπλα και τη βουή από τα Γερμανικά αεροπλάνα. Οι κακές εποχές είναι ακόμα στη μνήμη μου και τα τραύματα από τις καταστάσεις που ζήσαμε μέσα στην ψυχή μου. Η οικογένειά μου θρήνησε τρία άτομα. Τον πατέρα μου Αντώνιο Σταυριανουδάκη, τον αδελφό του Δημήτριο και τον ανιψιό τους Αριστείδη Σταυριανουδάκη του Εμμανουήλ. Όλοι βέβαια οι χωριανοί αντιστάθηκαν με γενναιότητα γι’ αυτό από μίσος οι Γερμανοί έκαψαν και το χωριό μας το 1943. Μέσα από τις στάχτες το ξαναχτίσαμε, το κάναμε μεγάλο, αλλά μίκρυνε πάλι από την αδιαφορία της πολιτείας…”.
Γ.ΚΑΚΑΝΟΣ Χ.Ν. 10/04/2009
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή



Send to friend
