ΟΤΕ ΗΜΙΝ ΜΕΙΡΑΚΙΟΝ (Το παραμύθι χωρίς όνομα)
Μια φορά και έναν καιρό.....
στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας είχα την τύχη να γνωρίζω έναν ηλικιωμένο (στα μάτια μου τότε φαινότανε παππούς) αγωνιστή της αριστεράς. Πέρναγα συχνά πολλές ώρες μαζί του ακούγοντας από το στόμα του ιστορίες που μόνο τέτοιοι άνθρωποι ξέρουν να λένε.
Μου έλεγε λοιπόν τότε: «Αντράκι μου η Ελλάδα μας έγινε Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών Καθολικώς Διαμαρτυρομένων. Τώρα βέβαια δίκιο έχουμε όλοι μας καθολικά να διαμαρτυρόμαστε, αλλά μη νομίζεις, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα έτσι ήταν σε τούτο τον τόπο. Πάντα οι Έλληνες διαμαρτύρονται από καταβολής τους. Μπορεί να μην ήταν όπως τώρα καθολικό το φαινόμενο, αλλά πάντα εκείνο που κυριαρχούσε και τελικά φαινόταν ήταν η διαμαρτυρία και η κριτική. Και πρέπει να ξέρεις Αντράκι μου ότι αυτό που φαίνεται δεν είναι εκείνο που ο πολύς κόσμος λέει, αλλά αυτό που οι κρατούντες και τα τσανάκια –φερέφωνα τους προβάλλουν.».
Και τότε γινόταν ποταμός που φούσκωνε και νόμιζες πως ήθελε να παρασύρει κάθε σκουπίδι ή παράσιτο στο διάβα του και να το πνίξει στον ωκεανό. Και άρχιζε να μου λέει ιστορίες για την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, το ’21, τον 1ο, τον 2ο,τον 3ο (όπως τον έλεγε) πόλεμο. Μούλεγε για εξοστρακισμούς, για άδικες καταδίκες, για δολοπλοκίες, για δολοφονίες, για στείρες κριτικές και για λαοπλάνους. Το μικρό μου μυαλό γέμιζε, ασφυκτιούσε, κόντευε να πνιγεί από την πλημμυρίδα των πληροφοριών. Μέσα στην έξαψη του όμως είχε μια γλυκύτητα και ένα συναίσθημα, που κατάφερνε την καταιγίδα να την κάνει ποτιστική βροχή-τροφή για μια τρυφερή ψυχούλα, και έδινε τη σιγουριά πως σύντομα, πολύ σύντομα θάβγαινε το ουράνιο τόξο.
Και πάλι εκεί που πήγαινε να επικρατήσει η γαλήνη, σαν ένας αδυσώπητος μπροστάρης της ζωής μούλεγε: «Αντράκι πρέπει να διαβάσεις πρέπει να μάθεις… να μάθεις… να μάθεις! Να μάθεις την ιστορία. Να γνωρίσεις την Ιστορία. Όχι μόνο τα γεγονότα αλλά τις επιπτώσεις τους. Όχι μόνο τις ίντριγκες αλλά και τα αποτελέσματα τους. Να ρωτάς: Και αν δεν γινόταν έτσι? Να κριτικάρεις. Να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση των πρωταγωνιστών και να λες: Εγώ τι θα έκανα? Και μετά να κάνεις την αυτοκριτική σου. Πρέπει να ξέρεις ότι έτσι κι αλλιώς συμμετέχεις. Χωρίς την αυτοκριτική δεν έχεις το δικαίωμα να κριτικάρεις». Και άνοιγε ένα βιβλίο και μου διάβαζε. Εκστασιασμένος και γεμάτος εικόνες προσπαθούσα να δω τον τίτλο του βιβλίου, γιατί δεν μούδειχνε τις πηγές του, δεν μούκανε κατήχηση, απλά κουβέντιαζε μαζί μου. Και η κουβέντα του ήταν απλή σαν να μιλούσε στον εαυτό του.
Σε ένα γύρισμα της σελίδας πρόφτασα να δω το εξώφυλλο. Η Αγία Οικογένεια – Η Κριτική της Κριτικής Κριτικής.
Ξάφνου ακούστηκε ένας γνωστός επαναλαμβανόμενος μονότονος ήχος από το δρόμο, και μια φωνή που με καλούσε. Πετάχτηκα στο παράθυρο…
Έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να πάω στο Αγροκήπιο δίπλα στις Τρεις Βρύσες. Ο αγώνας ήταν κανονισμένος για τις 3. Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, και είχαμε χάσει την προηγούμενη με 28-32. Θα κράταγε μέχρι το βράδυ και αν δεν συμφωνούσαμε, θα συνέχιζε μέχρι τη νύχτα. Με το φως ενός ποδηλάτου, που δούλευε με δυναμό, θα φωτίζαμε το «γήπεδο». Βάζαμε τον μικρότερο να κάνει πετάλι, και θα παίζαμε, μέχρι να πέσουμε κάτω από την κούραση ανάσκελα στα χόρτα.
Πετάχτηκα έξω τρέχοντας. Φεύγοντας άκουσα τη φωνή του γέροντα Φίλου: «Να ξανάρθεις Αντράκι….. να ξανάρθεις».
Πήγα και ξαναπήγα, μέχρι μεγάλος πήγαινα. Πήγαινα μέχρι που έφυγε….
Πέρασε αρκετός καιρός ίσως και χρόνια μέχρι να ακούσω τις συμβουλές του. Να προσπαθήσω να μάθω…. Να μάθω από την ιστορία. Πέρασε αρκετός καιρός, πέρασε πολύς χρόνος…. Χρόνος που ποτέ δεν φτάνει….
Και περάσαμε ΕΜΕΙΣ καλά και ΑΥΤΟΙ καλύτερα……..
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή



Send to friend
