Η ομιλία για τη μάχη του Φαραγγιού της Καντάνου, στον Άγ. Ειρηναίο,μέσα στο Φαράγγι, στις 24-5-2009, από τον Ευτύχη Κορκίδη
Κυρίες και κύριοι
Απρίλης Μάης του 1941 οι Ιταλοί βομβαρδίζουν τα αστικά κέντρα της Κρήτης αναγκάζοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, όσοι δεν αναζητούσαν προστασία μέσα στις στοές του φρουρίου τω Χανιώ, να καταφύγουν στην ασφάλεια της υπαίθρου και σε σπίτια γνωστών και συγγενών τους.
Έτσι η Κάντανος αλλά και τα περισσότερα χωριά του Σελίνου διπλασίασαν σχεδόν τον πληθυσμό τους από τους φιλοξενούμενους. Τα χωριά εκείνη την εποχή ήταν πλήρη εφοδίων, και από τα αυτοσυντηρούμενα και πολυμελή κατά το πλείστον νοικοκυριά, δεν έλειπε το λάδι, το στάρι, οι αλατσολιές, τα τυροκομικά, τα ζώα, αλλά και τα κηπευτικά.
Την ατμόσφαιρα στην Κάντανο αλλά και την ευρύτερη περιοχή της, βάρυνε ο βομβαρδισμός από γερμανικά αεροπλάνα, λίγες μέρες πριν την επίθεση των γερμανώ στην Κάντανο. Τα μεγάλα λιόφυτα, τα πλατανοσκεπή ρυάκια και οι αραιοκατοικημένοι οικισμοί, βοήθησαν τον φοβισμένο πληθυσμό να προφυλαχτεί. Τα δυσκολότερα όμως ήρθαν με την άφιξη των γερμανικών αεροπλάνων στις 20 του μαγιού, αφήνοντας τους ουρανίτες στο Μάλεμε. Παλιές εποχές απ’ τσι ξεσηκωμούς της Τουρκοκρατίας, ήρθαν στις θύμησες των Σελινωτώ. Αναστάτωση επικράτησε σε κάθε σπιτικό, όπου εν όψει του μεγάλου ξεσηκωμού, εφάρμοσαν ξανά την απόκρυψη αγαθών σε κρύπτες. Και οι άντρες ….. Έλεγαν και ξαναέλεγαν.
Απούχει άρματ’ ας βαστά κι’ απού δεν έχ’ ας βρίσκει.
Άχι …. Ειντά ’καμα ο κερατάς και το παράδωσα στην αστυνομία και στο κερατά το Μεταξά.
Και χωρίς να το καλοκαταλάβουν οι άντρες, αναζητούσαν να συγκεντρωθούν και να κάμουν αυτό, που τους υπαγόρευε το Εθνικό χρέος. Αντίσταση δηλαδή κατά του κατακτητή.
Την επιθυμία αυτή των Σελινιωτών, την κάλυψαν οι επίμονες κλήσεις του απεσταλμένου από την Στρατιωτική διοίκηση Κρήτης, αντισ/ρχη Σειραδάκη Χαραλάμπη, με σκοπό να δημιουργήσει Πολιτοφυλακή στην Κάντανο. Οι επικλήσεις αυτές, του Σειραδάκη βρήκαν πρόσφορο έδαφος και στην Κάντανο έφτασαν Σελινιώτες όλων των ηλικιών κι’ απ’ ούλες τσι μπάντες της επαρχίας. Οι περισσότεροι ήταν άοπλοι. Και σαν μα μην έφτανε αυτό, πήγαν στη Χωροφυλακή και ζητούσαν επίμονα τα όπλα που είχαν παραδώσει πριν από λίγο καιρό του Μεταξά.
Δώστε μας τα όπλα που σασε δώσαμε, να πάμε να πολεμήσουμε.
Έλεγαν και ξαναέλεγαν στο Δ/τη της Υποδ/σεως Χωρ/κής Καντάνου Μουρκογιάννη Γεώργιο.
Έτσι βρήκε ένα φεγγαρόφωτο βραδινό τους Σελινιώτες συγκεντρωμένους στο προαύλιο του Δημοτικού σχολείου.
Να πολεμήσουμε … Να πολεμήσουμε…Μα δυο φορές μας έχουνε κάψει. Ας μασε κάψουνε άλλη μια.. Είπε ο Βαρδαλογιάννης, ο πρόεδρος της Κοιν. Καντάνου.
Να πολεμήσουμε … Να πολεμήσουμε .. Απάντησαν και οι παρευρισκόμενοι, με μια φωνή….
Την άλλη μέρα το πρωί μια καρακιά Σελινιώτες απάνω σε ένα φορτηγό έδωσαν το πρώτο τράκο με τσι γερμανούς στα Κουλουκουθιανά (Νερατζία), μέσα στον αχό της περιβόητης Μάχη της Κρήτης. Περισσότεροι και καλλίτερα οργανωμένοι όμως, οι γερμανοί, ανάγκασαν τους Σελινιώτες να υποχωρήσουν, μετά βέβαια και τον θάνατο του αρχηγού της ομάδας, του Γιάννη Λαζόπουλου.
Στις 23 του μαγιού και πριν το μεσημέρι, ένας λόχος γερμανών, αποδεκατίστηκε στα Φλώρια, αφού προηγουμένως είχε φθάσει μια γερμανική περίπολος μέχρι την «Κούρμπα» στην Κάντανο, από μια χούφτα Σελινιώτες οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν τις πρώτες ώρες της μάχης, από την κοινοτ. των Πλενιανιανών. Σπουδαίο και αποφασιστικό ρόλο, στην μάχη αυτή, έπαιξε ο έμπειρος Αλβανομάχος Κωστάκης , όπου με ηρωική προσπάθεια πήρε το οπλοπολυβόλο της γερμανικής ομάδας. Όμως χωρίς το κλείστρο. Γιατί πριν το πάρει από τον γερμανό πολυβολητή, πρόλαβε ο τελευταίος και το πέταξε μακριά. Την τροχιά όμως, που διέγραψε αυτό το παράξενο σιντερικό, παρακολούθησε ο Φραγκιουδονίκος απ’ τα Πλεμενιανά και αφού παρατήρησε το σημείο που έπεσε πήγε το βρήκε μετά τη μάχη και το φύλαξε για λάφυρο στο σακούλι του, χωρίς να γνωρίζει καν σε τι χρησίμευε.
Την ίδια μέρα, ένας άλλος λόχος γερμανών πήγαινε να ενισχύσει τον πρώτο στα Φλώρια. Κατατροπώθηκε όμως και αυτός στην Αγριμοκεφάλα, λίγα χιλιόμετρα πριν από τα Φλώρια. Και τι παράξενη σύμπτωση. Εκεί κατατροπώθηκε και το Τούρκικο ασκέρι, την άνοιξη του 1866 κατά την αποχώρησή του από την Κάστρο της Καντάνου για τα Χανιά. Με μόνη τη διαφορά ότι τότε οι κατακτητές έφευγαν, ενώ τώρα έμπαιναν στην Επαρχία. Το χαρακτηριστικό της μάχης της Αγριμοκεφάλας με τους γερμανούς, ήταν ότι οι περισσότεροι γερμανοί παραδόθηκαν και οι «άγριοι» κατά που είπαν οι ίδιοι οι γερμανοί, τους μεταχειρίστηκαν πολιτισμένα σαν αιχμαλώτους πολέμου και αφού τους περιέθαλψαν σε διάφορα σπίτια, τους παράδοσαν τελικά στην χωρ/κή, στου Κούνενι(σημερινή Βάθη). Και οι «πολιτισμένοι» γερμανοί στα σπίτια που «φιλοξενήθηκαν», επέστρεψαν και τα κατάστρεψαν.
Το πολύτιμο λάφυρο με τον Κωστογιώργη, το οπλοπολυβόλο, όταν προσπάθησαν να το ενεργοποιήσουν στο περίβολο του Δημ. Σχολείου στα Πλεμενιανά, διαπίστωσαν ότι κάτι έλειπε και δεν λειτουργούσε. Όμως ο Φραγκιουδονίκος, έβαλε φτερά στα πόδια του και πήγε και έφερε από τους Δρυς (το γειτονικό χωριό) το παράξενο «σιντερικό» και το πολυβόλο, έγινε εύχρηστο. Η εξοπλισμένη ομάδα πια με τον Κωστογιώργη και τους Πλεμενιανούς, εγοργοπόδιασε και έπιασε μετερίζι στον μπόρο της Καντάνου μετά το μεσημέρι και πάνω από το σημερινό γήπεδο σε σημείο τέτοιο, που επόπτευε όλη την περιοχή Μερτολάγκαδα και ένα μεγάλο μήκος από το δρόμο του Φαραγγιού. Το ημερολόγιο έγραφε 24 του μαγιού. Στ’ αυτιά της ομάδας Κωστάκη, έφταναν οι μπαλωτές από τον κυρίως χώρο του Φαραγγιού, αλλά όσο περνούσε η μέρα άρχιζαν να λιγοστεύουν. Το απόγευμα από την στροφή του δρόμου φάνηκαν δυο τρεις γερμανοί, γύρισαν πίσω, ξαναφάνηκαν, σε λίγο φάνηκαν κι’ άλλοι κι’ άλλοι και μάλιστα τους ακολουθούσε και μια μοτοσικλέτα. Ο Κωστογιώργης γνωρίζοντας καλά την τακτική του πολέμου είπε:
- Να μην βάλλει κανείς…. Εγώ θα βάλλω πρώτος….
Όταν η φάλαγγα τω γερμανώ έφτασε μέχρι την επόμενη στροφή, ακούστηκε το κροτάλισμα του πολυβόλου του Κωστογιώργη. Να σημειωθεί ότι στο σημείο εκείνο του δρόμου, δεν υπήρχε στηθαίο και οι γερμανοί ήταν παντελώς απροστάτευτοι και ακάλυπτοι. Οι γερμανοί με φωνές και κραυγές δέχτηκαν τους πολυβολισμούς και πέφτοντας δεξιά και αριστερά του δρόμου, για να προφυλαχτούν, ξασύρθηκαν όπως όπως, πίσω για ασφάλεια. Εκεί λέγεται ότι σκοτώθηκε και ο Αρχιπυγμάχος Σμέλινγ.
Ο Νερόσπηλιος και το προσωρινό διοικητήριο, που είχε μεταφερθεί στο μεταξύ στην «Κουκούλα του Νερόσπηλιου» για ασφάλεια, λίγο μετά το μεσημέρι είχε εγκαταλειφθεί. Ο γέρο Μαρνελομανώλης από τ’ Ανυσαράκι κουβαλούσε νερό με τ’ ασκιά φορτωμένα σ’ ένα γάιδαρο, και ακόμη μοίρασε μυζήθρα και τυρί στους φαραγγίτες. Ο αντ/ρχης Σειραδάκης, ο Παπά Πολύκαρπος Γρυφάκης, Ο Δ/της της Χωροφ/κής στο Σέλινο, Μουρκογιάννης, Ο Γιώργης Μπιτσάκης αξ/κός της Χωρ/κής, Ο Βαρδαλογιάννης και προεδρ. της κοιν. Καντάνου, Ο Ανδρ. Παπαηλιάκης, Ο Γιωργακοπέτρος, ο Μαρματογιάννης ο Βουλευτής και άλλοι πολλοί Σελινιώτες, πολεμώντας όλη την μέρα διαπίστωσαν ότι ήταν αδύνατον να αντισταθούν περισσότερο απέναντι σε ένα πολύ καλά εξοπλισμένο αντίπαλο, και μετά το μεσημέρι προς το απόγευμα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή. Ο Σειραδάκης φέρεται να είπε δικαιολογώντας αυτήν την αποχώρηση:
- Κάναμε το καθήκον μας, σαν Έλληνες και σαν Κρητικοί. Εγράψαμε μερικά ωραία γράμματα στην Ελληνική ιστορία. Τώρα λόγω υπερτέρων δυνάμεων, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, αλλά να κοιτάξουμε να φύγουμε…
Την ίδια μέρα και μέσα στο κυρίως χώρο του Φαραγγιού, οι άνισες αναμετρήσεις μεταξύ των πρωτόγονων όπλων, που ακούγονταν διάσκορπα και αδύναμα και από τον κρότο των αντίστοιχων και σύγχρονων γερμανικών που ήταν περισσότερα, ήταν πρωτάκουστοι στους κατοίκους και στις φαμίλιες των Τραχινιανώ που κατέφευγαν, οι άμοιροι για προστασία και πριν από τις μάχες με τους Γερμανούς στον Σαρακηνόσπηλιο. Μια εκατοντάδα μέτρα δυτικότερα και κάτω, από το σημερινό λατομείο. Οι φαμίλιες των Καλατζήδω, των Στεφανογιάννηδω, τω Λαϊνάδω, των Κατσιγαράκηδων, των Στεριάρηδω, τω Βάκηδω, των Τσουρούνηδω, με μια πάνα με ρούχα στην πλάτη κι’ ένα σακούλι με λίγα τρόφιμα, στιβάκτηκαν μέσα στο μικρόχωρο, αλλά δυσεύρετο σπηλιάρι. Εκεί βρήκε τις φαμελιές, η μάχη του Φαραγγιού και μάλιστα την ύπαρξη αυτών των ψυχών δεν την γνώριζε κανείς, ούτε απ΄ αυτήν, την πατουλιά του Νερόσπηλιου. Ο πόρος της μικρής σπηλιάς βρισκόταν σε εσοχή, και ο θάμνος που ήταν μπροστά του τον έκανε αθέατο, ακόμα και από απόσταση λίγων μέτρων. Οι πολλές όμως και πολυμελείς φαμίλιες, όση ησυχία και να έκαναν, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις περιστάσεις των δύσκολων στιγμών, που ακολούθησαν και που απαιτούσαν απόλυτη σιωπή. Τα βήματα από τις μπροκαδούρες των στιβανιών των αντρώ, όταν πλησίαζαν την σπηλιά, ακουγόταν υπόκωφα και από απόσταση. Η επιβολή της απόλυτης σιωπής, σε μια τέτοια περίπτωση, ήταν επιβεβλημένη. Όσο κόντευαν όμως τα βήματα, οι κτύποι απ’ τις καρδιές των κρυπτομένων, δυνάμωναν. Δυνάμωναν όμως και τα κλάματα των παιδιώ, γιατί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή την παράξενη σιωπή, με τα παρατεταμένα και επιτακτικά Σούτ ….Σούτ…. Για τις φαμίλιες αυτές τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα το πρωί της 24 του Μάη, γιατί από παντού ακουγόταν μπαλωτές, φωνές παραγγέλματα, και ότι άλλο θα μπορούσε να συνοδεύει μια μάχη.
Τα καρδιοχτύπια φούντωναν όλο και περισσότερο, αλλά και το κλάμα των παιδιών είχε γίνει πια ασταμάτητο. Πριν το μεσημέρι ακουστήκαν πάλι τα βήματα. Ποιος νάταν άραγε ο επισκέπτης; Γερμανός ή Έλληνας ; Μια αντρική μορφή, αφού παραμέρισε το θάμνο στάλθηκε στον μπόρο. Το λιγοστό φως απλώθηκε στο σπηλιάρι και μπορούσε κανείς να διακρίνει τα έντρομα μάθια των μεγάλων αλλά και τα δακρυσμένα των παιδιώ, που κοιτούσαν όλοι προς τον πόρο. Μόλις ξέφεξαν και συνήθησαν στο μισοσκόταδο. Γνώρισαν τον Μπάρπα Γιώργη.
Σηκωθείτε …!!!! Ετοιμαστείτε να φύγουμε ….. Να μην μασε συλλάβουνε οι γερμανοί…
Ο πανικός που ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Χέρι χεριού οι μανάδες και τα παιδιά, με τους μπόγους τω ρουχώ και τα σακούλια στην πλάτη, στοιβαχτήκαν στην στενή είσοδο και ανασυντάχτηκαν έξω από την σπηλιά. Η πολεμική ατμόσφαιρα που βίωσαν, κατάλαβαν ότι βρισκόταν μέσα στη μάχη και ακόμα κατάλαβαν ότι : Κάθε (γ)εις κι΄απάνω του, κι΄ούλοι για την σωτηρία. Το γυναικολόι πλαγιοδρόμησε για λίγο, στην πλαγιά, πριν ανηφορίσει.
- Στο περίχειλο…. Γρήγορα ν΄αντιντίρουμε…..Ούλοι το περίχειρο. Ακούστηκε να φωνάζει κάποιος. Οι γερμανοί ψάχνοντας τ’ ανάπλαγα και τα πιθανά μέρη προκειμένου να εντοπίσουν από πού δεχόντουσαν τις διάσκορπες βολές των Σελινιωτών μέσα στο Φαράγγι, εντόπισαν την έξοδο τω γυναικώ. Την ανηφορική πορεία τους, διέκοπταν συχνά σφαίρες που έσκαγαν δίπλα τους. Μια απ’ αυτές τις σφαίρες βρήκε τον Καλατζο-Ηρακλή. Μια γυναίκα όμως σκίζοντας το μεσοφόρι της τον επίδεσε. Μια άλλη σφαίρα βρήκε την Τσουρουνάκαινα και την άφησε νεκρή. Πέφτοντας η άτυχη γυναίκα κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά της, την μικρή Ιωάννα, όμως η συμπορευόμενη της Ελένη, ηλιοψημένη και δυνατή καθώς ήταν από τις αγροτικές δουλειές, έπιασε την μικρή Ιωάννα και τον μπόγο με τα ρούχα απ’ την σκοτωμένη μάννα της και περιδιάβηκαν το διάσελο και τη σωτηρία.
Έτσι δικαιολογείται και η αναφορά στις γυναίκες, στην Ξύλινη πινακίδα που τοποθέτησαν οι ίδιοι οι Γερμανοί στην είσοδο της Καντιανού. Οι Γερμανοί που διέθεταν σύγχρονα όπλα μέσα στο φαράγγι δεν μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν με ευχέρεια γιατί η ελικοειδής πορεία του δρόμου επέτρεπε στους αμυνομένους να ρίχνουν από πολύ κοντά, με ασφάλεια και αθέατοι σχεδόν, εναντίον τους. Και το σπουδαιότερο οι συνεχώς μετακινούμενοι Σελινιώτες έφεραν τους ασυνήθιστους γερμανούς σε κλεφτοπόλεμο σε δύσκολη θέση, λόγω των διασταυρούμενων πυρών που δεχόντουσαν. Το στηθαίο του δρόμου όπου υπήρχε, ήταν προστατευτικό γι’ αυτούς αλλά δεν τους παρείχε διαρκή ασφάλεια. Το κατάστρωμα του δρόμου του φαραγγιού σε όλη του τη διαδρομή, είναι ορατό, από κορυφές και μικρές λοφοσειρές που βρίσκονται πάντα ανάντι, επιτρέποντας έτσι, να πυροβολεί κάποιος προς τον δρόμο σε μεγάλο μήκος και από μικρή απόσταση. Ακόμα οι γερμανοί δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τους Σελινιώτες, γιατί οι τελευταίοι βρισκόταν σε απόκρημνα σημεία και γι’ αυτούς απρόσιτα. Αλλά πάλι όση διάθεση και να είχαν οι συνεπαρχιώτες μας αφού έριξαν τις λίγες σφαίρες που είχαν, αποχώρησαν από την μάχη.
Το βράδυ της 24ης προς την 25η η ομάδα Κωστάκη ξενύχτησε στην ίδια θέση. Πρωί πρωί οι γερμανοί επανέλαβαν την ίδια ταχτική με αυτή του χτεσινού απογεύματος. Ξεπρόβαλε ένα γερμανός απ’ την στροφή μετά κι’ άλλος , κι’ άλλος μέχρι που έγιναν πολλοί. Πορεύτηκαν μέχρι την επόμενη στροφή όπως και χτές. Ο Κωστογιώργης σάρωσε τους επιτιθέμενους. Πάλι φωνές και κραυγές, πάλι τραυματισμοί. Πάλι άμυνα, μόνο που αυτή τη φορά οι γερμανοί είχαν πιάσει τις γύρω κορφές και αφού εντόπισαν την θέση του Κωστάκη, έβαζαν εναντίον της από παντού με οπλοπολυβόλα και τουφέκια. Οι σφαίρες στο πρόχειρο πολυβολείο με την ομάδα Κωστάκη, έπεφταν σαν βροχή. Κι’ αυτός έριχνε εκεί που έβλεπε ή του έδειχναν οι άλλοι. Κάποια στιγμή όμως είπε:
Παιδιά να μη ρίχνουμε στην τύχη σφαίρες γιατί δεν έχουμε πολλές και θα μασε τελειώσουνε.
Θείο – Θείο… Του λέει ένα αμούστακο κοπέλι, που παρουσιάστηκε εμπρός του,
Ο Δημήτρης Στεριαράκης.
Εγώ θα πάω να φέρω σφαίρες. Είδα ένα τέτοιοι κιβώτιο χτες, σ’ ένα ντόπο…
Και χωρίς δεύτερη κουβέντα, ροβόλισε προς τους γερμανούς. Ο Δημητρός δεν ξαναφάνηκε. Η παρέα του Κωστογιώργη βαλλόμενη από παντού και προ του κινδύνου να συληφθεί, εγκατέλειψε το Φαράγγι και ξαναπυροβόλησε τους γερμανούς όταν έμπαιναν στην Κάντανο και στα Πλεμενιανά, από επίκαιρες περιοχές κάτω από τη Στεφανόπετρα.
Οι γερμανοί την ίδια μέρα μπήκαν στην Κάντανο, έκαψαν δυο σπίτια ( Νταμηλάκη και Παπά Πολύκαρπου Γρυφάκη) και μετά από αψιμαχίες στο Κακοδίκι, έφθασαν την ίδια μέρα στην Παλαιόχωρα.
Μετά την μάχη του φαραγγιού ο πατέρας του Στελιαράκη, έψαχνε να βρεί το
Δημητράκι του, αλλά κανείς δεν ήξερε να του πει για την τύχη του. Την αρχική ανησυχία του Στεριαραντώνη διαδέχτηκε η αγωνία και η αγωνία του, έγινε θλίψη και κατάθλιψη και καθώς περνούσαν οι μέρες, ο άτυχος πατέρας, άρχισε να σιγοκλαίει, ψάχνοντας σπιθαμή προς σπιθαμή μέρα και νύχτα στο Φαράγγι και στα Μερτολάγκαδα. Και έγινε κανονικός θρήνος όταν πετούμενοι γυπαετοί τον οδήγησαν στο μισοφαγωμένο σωματάκι του παιδιού του.
Αχ παιδί … Αχ παιδί μου η τύχη σου. Φάνηκε να λέει ο άτυχος πατέρας και το
έθαψε εκεί προσωρινά. Στο πόνο του Στελιαραντώνη η λαϊκή μούσα δεν έμεινε ασυγκίνητη. Έγραψε μια ρίμα, που διέσωσε ο Κασσελάκης ο Μιχάλης από το Ανυσαράκι.
Μπήκα νύχτα στην Κάντανο και πήγα στο Φαράγγι
κι’ άκουσ’ αντρίκια κλάματα κι’ ένας πατέρας κλαίει
« Δημήτρη παλικάρι μου, που χάθηκες στη μάχη…
Ψάχνω τσι νύχτες να σε βρω, για νάρθω να σε θάψω
Να μη σε φάνε τα πουλιά»
Τις μέρες που ακολούθησαν, στο Φαράγγι επικρατούσε ησυχία, μόνο που κάθε φορά που οι γερμανοί περνούσαν απ’ αυτό, έριχναν τουφεκιές, ως ένδειξη ανδρισμού.
Για την συμμετοχή ή μη, στην μάχη του Φαραγγιού, κάθε ανακρινόμενος πριν τις εκτελέσεις στην Παλιόχρα που ακολούθησαν τον επόμενο Σεπτέμβριο, ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει με ότι συνεπάγεται αυτό. Ακόμα οι Αξ/κοί της Χωρ/κης Καντάνου, Μουρκογιάννης Γεώργιος και Μπιτσάκης Γεώργιος, καταζητούμενοι διέφυγαν στην Μ. Ανατολή. Η οικογένεια των Μπιτσάκηδω, εξ αιτίας του Αξ/κου Γιώργη Μπιτσάκη πλήρωσε κατά την διάρκεια της κατοχής το βαρύ τίμημα των πέντε θανάτων. Στην Μ. Ανατολή επίσης διέφυγε και ο Αντ/ρχης Σειραδάκης και εκεί έμαθε τον τραυματισμό της κόρης του Μαίρης, κατά την καταστροφή του Λιβαδά, όπου στην προσπάθειά της να διαφύγει, στην βρύση του χωριού, δυο γερμανοί την πλησίασαν, ο ένας ήθελε να την φονεύσει και ο άλλος προσπαθούσε να την γλυτώσει. Νικητής στην πάλη που ακολούθησε, ήταν ο πρώτος, και εκτέλεσε την νεαρή κόρη επί τόπου. Ο παπά- Πολύκαρπος Γρυφάκης, ο ενορίτης της Καντάνου, είχε την ατυχία πριν αναχωρήσει στην Αμερική δια μέσου της Μ. Ανατολής. Να δεί από την κορυφογραμμή του Σταυρού το σπίτι του να καίγεται και σαν να μην έφτανε αυτό παρατήρησε να κυματίζει η γερμανική σημαία στην νεοαναγειρόμενη εκκλησία της Ανάληψης, που με δική του μέριμνα είχε αρχίσει να οικοδομείται. Ο τελευταίος και πιο άτυχος αξ/κός της Χωροφ, Καντάνου, ο Αρχοντάκης Γιάννης ήταν το τραγικότερο θύμα με αιτία τη Μάχη της Καντάνου, γιατί οι Γερμανοί συνέλαβαν τον γιό του και το ελευθέρωσαν μόνο τότε , που παρουσιάστηκε ο ίδιος, που ήταν και καταζητούμενος, Την επομένη το πρωί εκτελέστηκε στην Παλιόχρ. Οι γερμανοί όσους έβρισκαν στον δρόμο τους τόσο κατά την πορεία τους προς την Κάντανο κα την Παλιόχρα, αλλά και τις μέρες που ακολούθησαν, τους πυροβολούσαν και τους σκότωναν. Η μαύρη κατοχή που ακολούθησε και οι καταπιέσεις των κατακτητών δεν λύγισε τον πληθυσμό της Πατρίδας μας αλλά και των Σελιωνιωτών. Οι οποίοι όχι μόνο στο Φαράγγι αλλά έδωσαν το παρόν δυναμικά σε κάθε αντιστασιακή ενέργεια μέσα και έξω στην πατρίδα μας. Μόνο που στο Φαράγγι όπως και σε όλα τα πεδία των μαχών με τους γερμανούς στην Κρήτη, η αυθόρμητη προσέλευση των κατοίκων είναι αυτή που διαφοροποίησε την πύρινη νίκη των γερμανών. Οι γερμανοί κατάλαβαν ότι κάθε φαράγγι που περνούσαν, όποια πέτρα και αν θα σήκωναν από κάτω θα έβρισκαν και μια κάνη όπλου να τους πυροβολούσε και όχι μόνο, κάθε τους ενέργεια πάντα ένα μάτι θα την έβλεπε και θα την μετέδιδε στο κατασκοπευτικό και συμμαχικό φυλάκιο της Μαδάρας, που λειτουργούσε για το σκοπό αυτό όλη τη διάρκεια της κατοχής.
Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι η λευτεριά, που απολαμβάνουμε σήμερα, δεν μας την έχει χαρίσει κανένας. Την έχουμε αποκτήσει με αγώνες και θυσίες. Και το Φαράγγι της Καντάνου είναι ένας τέτοιος τόπος. Τόπος θυσίας. Που το λένε και οι ίδιοι οι Γερμανοί στις πλάκες που άφησαν μετά την καταστροφή της καντάνου που ακολούθησε, μετά από μια βδομάδα.
Η ιστορία του Φαραγγιού δεν ξαναγράφεται, ο αγώνας όμως συνεχίζεται και δυστυχώς συνεχίζεται ένας δεύτερος αγώνας για να καθιερώσει τον πρώτο. Η ιστορικότητα του δρόμου αμφισβητείται από πολλούς, γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα και την πολιτική γύρω από το καταστροφικό Λατομείο. Μια μαντινάδα από ένα μαντιναδολόγο της περιοχής μας τα περικλείει όλα:
« Τον ντόπο απ’ επότισε αίμα παλικακαρίσιο
Το παίρνουν και τον κάνουνε τσακίλι νταμαρίσιο..»
Δημοσιεύτικε στον "Αγώνα"
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή



Send to friend

