- Aκρόπολη: Ευτυχώς, είναι δική μας!
- Μανώλης Σολανάκης: Ο αειθαλής μαχητής από τη Σπίνα
- Η ιστορική γέφυρα στο Κακοδίκι, στέλνει S.O.S.
- Ο καλός Άρχοντας
- Ενα ταξίδι στο Αϊβαλί ψάχνοντας να βρω Τουρκοκρητικούς
- Ενέργειες για τη διάσωση της ιστορικής λιθόκτιστης γέφυρας στο Κακοδίκι. Η απάντηση από την Δ/νση Νεοτέρων Μνημείων.
Γιατί η κριτική δεν έχει αποτέλεσμα;
Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΛΟΥΠΑΣΗΣ*
Δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή κατά την οποία, όπως έλεγαν, οι εφημερίδες ήταν σε θέση να ρίχνουν κυβερνήσεις. Ήταν αυτό αποτέλεσμα κριτικής την οποία ασκούσαν για τα έργα ή για τις παραλείψεις των κυβερνώντων. Μάλλον ότι δεν το έκαναν για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα, όπως λέγεται ότι συμβαίνει σήμερα, αλλά διότι με τον τεκμηριωμένο και επί της ουσίας έλεγχο αποκάλυπταν τις ανομίες ή την ανικανότητα των αποδεκτών του επιτελώντας έτσι σπουδαίο έργο, αφού επιδίωξη του ελέγχου και της κριτικής είναι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
Στις μέρες μας τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, καθώς συνήθως δεν υπάρχουν συνέπειες από την κριτική, η οποία έτσι μένει ατελέσφορη. Τούτο οφείλεται κατ’ αρχήν και στις δύο πλευρές. Οι μεν κρίνοντες έχουν χάσει για διάφορους λόγους μέρος από τη δύναμή τους ή και από το κύρος τους, οι δε κρινόμενοι στηρίζονται στις δυνατότητες που έχουν για αλλοίωση της πραγματικότητας προς την κατεύθυνση εκείνη που τους εξυπηρετεί. Τα προσφερόμενα μέσα (ΜΜΕ) είναι τόσα πολλά, ώστε, αν κάποια από αυτά ασκούν κριτική, θα βρεθούν άλλα που θα την αντικρούσουν επιστρατεύοντας είτε τα πιο απίθανα «επιχειρήματα» είτε τον ισχυρισμό για πόλεμο λάσπης.
Υπάρχει όμως και τρίτος παράγοντας που εμπλέκεται σ’ αυτήν την υπόθεση. Είναι οι πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούν τα συμβαίνοντα σχεδόν απαθείς. Αν και τους αφορά ευθέως η κριτική, αφού σχετίζεται με θέματα και της δικής τους ζωής, αποσύρονται και είτε αρνούνται είτε αδυνατούν να πάρουν θέση. Φυσικά, αυτό τους μεν ασκούντες κριτική τους αποθαρρύνει, τους δε δεχόμενους την κριτική τούς κάνει να κρυφογελούν γεμάτοι ικανοποίηση – σε κάποιες περιπτώσεις μπορούμε να πούμε και ότι τους αποθρασύνει.
Στην προσπάθεια για εξήγηση του φαινομένου εύκολα μπορεί κανείς να επιστρατεύσει διάφορες δικαιολογίες – ή και πραγματικούς, ουσιαστικούς λόγους. Όμως, ό,τι και αν πούμε, στο τέλος θα ανακαλύψουμε ότι υπόβαθρο είναι η ίδια η ζωή μας όπως αυτή έχει σήμερα διαμορφωθεί και δρομολογηθεί.
Αν και οι περισσότεροι από εμάς εξακολουθούμε να έχουμε ζωηρό το ενδιαφέρον για τα πολιτικά πράγματα (σε τελευταία δε ανάλυση κάθε τι έχει πολιτικό περιεχόμενο), αυτό το ενδιαφέρον εξαντλείται σε επιδερμικού χαρακτήρα κινήσεις. Ίσως όχι άδικα έχουμε αποδεχθεί πως μετά τις επιλογές μας κατά τη διενέργεια των εκλογών δεν υπάρχει δυνατότητα για ουσιαστική παρέμβαση. Όσο όμως αληθεύει αυτό, άλλο τόσο αληθεύει και το ότι, με το να αποσυρόμαστε, οι ασκούντες την εξουσία βρίσκουν την ευκαιρία να δρουν ανεξέλεγκτα και, στο τέλος, να μη λογαριάζουν εκείνους που υπηρετούν την κριτική – και την πιο καλόπιστη και αντικειμενική.
Στο βάθος της αυτή η στάση κρύβει την άρνηση να συνταχθούμε ή να αποδεχθούμε μια πολιτεία, ένα κράτος που δεν μας ικανοποιεί. Η έλλειψη ικανοποίησης δεν οφείλεται υποχρεωτικά ή μόνο σ’ εκείνους που το έχουν οργανώσει ή έχουν στελεχώσει τις υπηρεσίες του ή σ’ εκείνους που έχουν αποστολή να υπηρετούν τους υπόλοιπους. Οφείλεται και στο ότι με επιλογές του παρελθόντος (επιλογές που έκαμαν κάποιοι άνθρωποι, γιατί το «κράτος» δεν είναι κάτι απρόσωπο και αφηρημένο…) σημειώθηκε ουσιώδης και μεγάλη απομάκρυνση από παραδόσεις και από συνήθειες οι οποίες εξέθρεψαν κατά το παρελθόν γενεές επί γενεών.
Πρόκειται για απομάκρυνση την οποία ένας αυστηρός κριτής δεν θα δίσταζε να ταυτίσει με αποκήρυξη – αποκήρυξη του παρελθόντος. Φυσικά, ο λόγος δεν είναι για τα συστατικά εκείνα της ζωής μας που οφείλονται στη γενικότερη πρόοδο, αλλά για τη «βίαιη» είσοδο σε έναν κόσμο ο οποίος είναι ξένος προς τις παραδόσεις μας. Διάβασα π.χ. σε πρόσφατο άρθρο στα “Χ.Ν.” την άποψη ότι η προσαρμογή των σημερινών Ελλήνων σε μια μορφή συντεταγμένης συμβίωσης δυσχεραίνεται από το ότι ανέκαθεν οι πρόγονοί μας ήταν οργανωμένοι σε μικρούς σχηματισμούς – κοινότητες, αποτέλεσμα και των ιστορικών συγκυριών και της μορφολογίας του εδάφους. Ασφαλώς είναι ερμηνεία που δίνει απάντηση σε αρκετές απορίες.
Αν θα αποτολμούσε κάποιος να δώσει επιτομή όσων έχουν εκ βάθρων ανατραπεί και όσων έχουν μπει στη θέση τους, θα κατέληγε στον ισχυρισμό (εδραίο κατά την άποψή μου) ότι από τη ζωή τού σημερινού Έλληνα έχει εξοστρακισθεί ό,τι κλείνει μέσα της ως περιεχόμενο η λέξη «χωριό». Και πρόκειται για περιεχόμενο με πολλές πτυχές, με μεγάλο βάρος, με γοητεία η οποία συν τω χρόνω δυναμώνει αιχμαλωτίζοντας ακόμη και άτομα μικρότερων ηλικιών, άτομα που ουδέποτε έχουν ζήσει σε χωριό. Οι «αναμνήσεις» που φωλιάζουν στη συνείδηση όλων ερμηνεύουν (αφού προηγουμένως έχουν τροφοδοτήσει) επιλογές που απλώνονται από το «χωριάτικο» ψωμί μέχρι τις ομαδικές εξόδους των κατοίκων των πόλεων με την ευκαιρία των μεγάλων θρησκευτικών εορτών. Ακόμη και η «μόδα» της εποχής μας, τα βιολογικά προϊόντα, αν και καταβάλλεται προσπάθεια να αποδοθεί στην επιθυμία για πιο υγιεινή διατροφή, στο υπόβαθρό της έχει την παραδοχή ότι το γνήσιο και καθαρό (όχι μόνο διατροφικό προϊόν!) το βρίσκουμε στο χωριό. Να το πούμε και αλλιώς: λέει κάποιος τη λέξη και μόνο «χωριό» και γεμίζει από αγαλλίαση! Όμοια με τον άνθρωπο που φέρνει στο νου του τη χαμένη πρώτη αγάπη του…
Στο κενό που έμεινε μετά την ανατροπή της σχέσης μας με το «χωριό» έχει εισβάλει η «πόλη». Πριν από μερικές δεκαετίες ισοδυναμούσε με την υλοποίηση παλιού άπιαστου ονείρου. Προβλήθηκε σαν η γη της επαγγελίας, έγινε ο κρυφός πόθος όσων ζούσαν στην ύπαιθρο και θαμπώνονταν από τα φώτα και τη λάμψη της άλλης ζωής. Δεν είχαν μάθει ακόμη… Τα πράγματα βρίσκονταν στο στάδιο που η απόκτηση ενός «διαμερίσματος» (λέξη μαγική εκείνης της εποχής) ισοδυναμούσε με τη μεγάλη ιδέα αλλοτινών καιρών. Ώσπου μάθαμε, και πλέον ξέρουμε καλά τι σημαίνει «πόλη», τι σημαίνει μάλιστα τη στιγμή που έχουμε χάσει το «χωριό».
Δεν ξέρω αν πείθεται ο αναγνώστης για τη σχέση που έχουν η δημόσια κριτική για την οποία έγινε λόγος στην αρχή και ο εγκλωβισμός μας στην «πόλη». Έχω όμως την πεποίθηση ότι το πρώτο είναι ένα από τα σημαντικά αποτελέσματα που οφείλονται στο δεύτερο. Το χωριό δηλαδή έφερνε κοντά τους ανθρώπους, ενώ η πόλη τούς απομακρύνει και τους αποξενώνει. Οι πιο πολλοί κλείνονται στον εαυτό τους, ασχολούνται με τα δικά τους και μόνο θέματα, φτάνουν στο σημείο να αδιαφορούν για τους άλλους. Αδιαφορούν και για τα κοινά, μένουν ασυγκίνητοι μπροστά στην αγωνία όσων προσπαθούν με την κριτική τους να σηκώσουν και πάλι τον ήλιο. Αυτό εκμεταλλεύονται εκείνοι στους οποίους ασκείται η κριτική και δεν νιώθουν την ανάγκη, δεν υποχρεώνονται να την πάρουν στα σοβαρά. Είναι κι αυτό μια ψηφίδα που προστίθεται στην άχαρη ζωή μας τη βυθισμένη στην ομίχλη και στην απαισιοδοξία.
*Φιλόλογος
"Χ.Ν." 23/11/2009
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
Εκτυπώσιμη μορφή
Send to friend


