Κάρβουνο στη μύτη

Του Γ. ΟΥΝΤΡΑΚΗ

Θα σας πω για έναν Αη - Βασίλη κοκκινωπό, στρουμπουλούτσικο με αστεία μύτη και κατεβασμένα αυτιά.
Ή μάλλον θα σας πω για τούτα τα Χριστούγεννα της απόλυτης σιωπής, που χάνονται στο πρώτο επίπεδο του χρόνου που είναι εύκολο να τον διαβάσουμε, μα δύσκολο να τον τραγουδήσουμε.
Το ξέρω, θέλετε, χιόνια, δώρα και αστραφτερούς Αγίους. Μα εγώ δεν έχω ψυχή, είμαι αγράμματο παιδί και το πορτοφόλι μου τρύπησε από την αφραγκία...
Ετούτα τα Χριστούγεννα θα πάρω αλεύρι να βάψω τα χέρια μου και κάρβουνο θ’ απλώσω στο σπίτι να δω τις πατημασιές των καλικάντζαρων.
Το κάρβουνο είναι μαύρο, δεν έχει τη διεισδυτική εμπορικότητα του κόκκινου. Βγάζει μια στεγνή μυρουδιά, φοβάμαι μην πατήσω πρώτος εγώ, και πάει στράφι το φανταχτερό παραμύθι.
Ο Αγιος των εμπόρων θα έλθει από μακριά. Πολύ μακριά. Ετσι άκουσα. Θα διαβεί στέγες τρυπημένες από τη φτώχεια, θα δει την υγρασία στους δρόμους, θα ζεσταθεί από τα ψέματά μας.
Στο σπίτι μου έχει τη δική του φωλιά. Κάτω από το κρεβάτι, έχω στρώσει κουβέρτα, ν’ ακούσει την ανάσα του ύπνου μου σαν έλθει, να με χαϊδέψει στο μέτωπο, να μου ημερέψει τα δυσβάσταχτα όνειρα.
Μέσα στις παντόφλες μου έχω βάλει μια φωτογραφία σου και ένα σέρβικο φυλαχτό. Μου το ’χε δώσει ένα προσφυγόπουλο τον χειμώνα.
Θ’ ακούσω το σούρσιμο από τα γένια του, σαν έλθει ο Αγιος.
Στον ύπνο μου βλέπω τον βαρύ χειμώνα και το πλατάγιασμα στα χείλη από το χαμόγελο του Αγίου.
Σκύβω, κοιτώ τις παντόφλες, μια μουσική ακούγεται στον δρόμο. Πάει, αυτό ήτανε. Είναι Χριστούγεννα και κάποιος ξενυχτά!
Κάποιος σαν κι εμένα. Με μια κουβέρτα στη μύτη και το χνούδι της στην ψυχή του.
Κάποιος ξενυχτά...
Θα ’ναι Χριστούγεννα, τώρα.
Μα πού είναι τα δώρα μου;
Κοιτάζω την παλιά φωτογραφία σου, την κουβέρτα κάτω από το κρεβάτι και διαφεντεύω τον κόσμο.
Μα δώρα, δεν είδα πουθενά.
Θ’ ανοίξω την τηλεόραση να δω τα δώρα των άλλων.
Κατέβασα την κουβέρτα στα πόδια μου και άναψα το φως. Αν δει φως, ο Αγιος, μπορεί να μου πιάσει και την κουβέντα. Μπορεί και να μου κλείσει μοναχά το μάτι. Μπορεί. Χίλια μπορεί.
Τράβηξα την κουβέρτα πάλι μέχρι τη μύτη μου. Τούτα τα Χριστούγεννα σ’ αφήνουν μια υποψία γκρούψης.
Πάλι ακούω μουσική στον δρόμο.
Θα ’ναι γλεντιστές του κρασιού και της ανεμελιάς.
Εγώ ακούω, μόνο, την ψυχή του φυλαχτού. Καλότυχα τα παιδιά των έρημων δρόμων. Δίνουν ευχές που σε πιάνουν.
“Στο καλό. Καλά Χριστούγεννα”. Μα δεν έφυγα. Δεν πήγα πουθενά.
Εγώ κάτω από την κουβέρτα, βρίσκομαι και περιμένω τον Αγιο της τηλεόρασης.
Σαν να ταξιδεύω με το βαπόρι των Χριστουγέννων. Σε ήρεμες θάλασσες, μαζί με τη ζεστασιά της αγκάλης σου. Αν πιάσει τρικυμία στο κρεβάτι μου, θ’ αρχίσω να τραγουδώ με την ορχήστρα των Αγγέλων.
Αν δεν πιάσει, δεν θα στεναχωρηθώ.
Τι στο καλό; Χριστούγεννα είναι απόψε.
Μπορεί ν’ αρχίσω να χορεύω στον βουβό δρόμο με τη μουσική των άλλων. Ν’ ανοίξουν τα παράθυρα οι βουβοί άνθρωποι, να ξυλιάσουν από το κρύο τούτης της νύχτας, να ζεσταθούν από την αγάπη τούτης της ευχής.
Εχω μια φωλιά για τον Αγιο. Και έχω πίστη πως απόψε είναι η βραδιά μου. Τα Χριστούγεννα ανοίγουν οι ουρανοί και παίρνουν μια ευκαιρία και οι καταφρονεμένοι. Μια ευκαιρία μου φτάνει. Και μια ευχή στον δρόμο. Μια κουβέντα.
Οσο κρατάει ένας στεναγμός. Μου ’φτάνει. Μικρότερος σκάρωνα και ποιήματα τα Χριστούγεννα. Μα είχαν ένα ανεκπλήρωτο κενό που μάγκωνε την καρδιά μου. Τα παράτησα. Τώρα περιμένω τον Αγιο.
Ξέρω και εγώ να λέω τραγούδια. Μα είμαι μοναχός και περιμένω τον Αγιο. Αν τραγουδήσω θα χαλάσω το μυστήριο της στιγμής.
Τα Χριστούγεννα είναι μια στιγμή.
Αν την αρπάξεις στον αέρα, κέρδισες την οικουμένη όλη.
Φοβάμαι μην τραγουδήσω και διώξω τις νεράιδες της στιγμής.
Μη χάσω τη στιγμή.
Σηκώθηκα και πήγα ν’ ανάψω το φως. Παραπάτησα και έπεσα.
Λίγο κάρβουνο μου μαύρισε τη μύτη.
Θα βγήκαν οι καλικάντζαροι της φριχτής μοναξιάς και φοβήθηκε ο Αγιος και έφυγε...

"Χ.Ν." 23/12/2009

0
No votes yet
Your rating: Κανένα