Η Επανάσταση του 1821

ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

"Χ.Ν." 25.03.2010

Γράφει ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΔΑΣΥΡΑΣ*

Η Επανάσταση του 1821 δημιούργησε δύο παράλληλες αντιδράσεις σε Ευρωπαϊκή κλίμακα. Από τη μια η επίσημη αρνητική αντίδραση της Ιερής Συμμαχίας ως εγγυήτριας της αρχής της νομιμότητας, κι από την άλλη η ευρύτερη Φιλελληνική κίνηση των θιασωτών των Φιλελευθέρων ιδεών που μεταλαμπάδευσαν σε αναρίθμητους κύκλους αρωγής των Ελλήνων στον ιερό τους αγώνα.

Ο αγώνας για την ανεξαρτησία συνεχίζεται με σημαντικές δυσκολίες ενώ την άνοιξη του 1822 η Ελληνική Διοίκηση προσπαθεί να βρει ερείσματα στην Ευρώπη. Η εξωτερική πολιτική της Επανάστασης, προκειμένου να πετύχει διεθνή ανοχή, επιδίωκε να ανατρέψει την αντίληψη ότι είναι εκτός νομιμότητας (δεδομένης της ιδιαιτερότητας της Οθωμανικής εξουσίας σε σχέση με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα) και να πείσει ότι είναι ξένοι προς το φαινόμενο του Ιακωβινισμού και του Καρμποναρισμού, με τα οποία η Αυστριακή Πολιτική, θεωρούσε ότι είχε ανάμειξη η Ελληνική Επανάσταση.

Αγία Έδρα και Ελληνική Επανάσταση

Για ολόκληρη την επαναστατική περίοδο, πέρα από τους Επισκόπους των Κυκλάδων, η Αγία Έδρα είχε επίσημα ένα Προξενείο, για τους υπηκόους του Κράτους της Εκκλησίας, στην Κέρκυρα. Απ΄ αυτό εξαρτώνται το Υποπροξενείο της Ζακύνθου και ο προξενικός πράκτορας της Πρέβεζας. Τα όρια δικαιοδοσίας του Προξενείου ήταν τα Επτάνησα (υπό Αγγλική κατοχή) και η Ήπειρος (υπό Τουρκική κατοχή). Το 1821 Πρόξενος της Αγίας Έδρας στην Κέρκυρα ήταν ο μαρκήσιος Κάρολος de Rihas – Pieri, υποπρόξενος στη Ζάκυνθο ο Δομίνικος Moretti και προξενικός πράκτορας στην Πρέβεζα ο Αλοϊσιος Ιnchiostri. Ο συνδετικός κρίκος του προξενείου Κερκύρας αλλά και όλων των παπικών προξένων της Ανατολής ήταν η Αποστολική Αντιπροσωπεία ( Delegatio Apostolica) της Αγκώνας.

Η εκκλησιαστική διπλωματία, ακολουθώντας τα δικά της συμφέροντα συντάχθηκε με τη στάση των Μοναρχικών Δυναστειών, ενάντια δηλαδή σε κάθε κίνημα, ανατροπής της υπάρχουσας τάξης.
Η Αγία Έδρα ακολουθώντας μια realpolitik δεν μπορούσε να αγνοήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μια ανοικτή και επίσημη συγκατάβαση στον αγώνα των Ελλήνων θα έθετε σε κίνδυνο τις ευαίσθητες ισορροπίες των Καθολικών πληθυσμών της Ανατολής οι οποίοι δεν είχαν όλοι την ίδια μεταχείριση από την Υψηλή Πύλη. Η ουδετερότητα, όμως, της Αγίας Έδρας δεν παρεμπόδισε την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας: Παροχή ασύλου σε παπικά εδάφη, διαβίβαση αιτημάτων της Προσωρινής Ελληνικής Διοίκησης σε Χριστιανούς μονάρχες, άδεια ελλιμενισμού Ελληνικών πλοίων στην Αγκώνα.
Τους πρώτους κιόλας μήνες του Αγώνα εκατό περίπου Έλληνες πρόσφυγες από την Ρουμανία, την Ελλάδα και την Κύπρο κατέφυγαν στην Αγκώνα.

Να τι γράφει ο Καρδινάλιος Consarli προς τον Δελεγίτο Αγκώνας.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ
Ρώμη, 10 Απριλίου 1821
Προς: Εξοχ. Δελεγάτο (Αντιπρόσωπος της Αγ. Έδρας) Αγκώνας
… Σχετικά με την ασθένεια που αναπτύχθηκε σ΄ αυτό το Λαζαρέτο ανάμεσα στους Έλληνες που βρίσκονται σε καραντίνα και προέρχονται από το Μεσολόγγι. Σας ενημερώνω ότι προς ενίσχυση τους μπορείτε να κάνετε χρήση των υπολειπομένων 100 σκούδων του διαθέσιμου κεφαλαίου για το βοήθημα των άλλων Ελλήνων προσφύγων. Παρομοίως προς όφελος αυτών των Ελλήνων μπορεί από εσάς να συμφωνηθεί η απαλλαγή τους από τα υγειονομικά τέλη. Για οτιδήποτε άλλο χρειαστεί μην διστάσετε να συνεχίσετε. Δεν αμφιβάλλω ότι θα συνεχίσετε να μας δίνετε όλη εκείνη την επιφυλακή και φροντίδα που απαιτεί το σημαντικό ζήτημα της δημόσιας υγείας.
Καρδινάλιος Consalvi

O Γραμματέας του Κράτους Consalvi, με εντολή του Πάπα Πίου Ζ΄, εξασφάλισε όλα τα έξοδα συντήρησής τους.
Για τον τρόπο που βοήθησε η Αγία Έδρα τον πρώτο χρόνο του Αγώνα μας παρέχει πληροφορίες και το εκτελεστικό το οποίο με επιστολή του στον Πάπα Πίο Ζ΄, στις 29 Αυγούστου 1822, εκφράζει την συγγνωμοσύνη του στον Πάπα με την αρωγή των Ελλήνων, αναφέρεται στους Έλληνες της Τουρκίας που βρήκαν περιποίηση στα παπικά εδάφη και στο ότι επέτρεψαν οι παπικές αρχές να επιβιβάζονται από τα λιμάνια της όσοι Έλληνες της αυστριακής αυτοκρατορίας ήθελαν να συμμετέχουν στον Αγώνα.

Ο Γάλλος πολιτικός και διανοούμενος Μ. Chateaubriand αναφερόμενος στη στάση της Αγίας Έδρας (στην οποία υπήρξε πρέσβης της Γαλλίας μετά το 1828), τονίζει «τον ανθρωπισμό και τη συμπαράστασή της στους δεινοπαθούντες Έλληνες», αλλά εκφράζει και τη δυσαρέσκειά του γιατί «ο Άγιος Πατέρας του δεν κάλεσε τους Χριστιανούς ηγέτες να συντρέξουν την ανθρωπότητα και να γίνει ο ίδιος αρχηγός μιας Αγίας Σταυροφορίας – σωτηρίας».
Με την ευκαιρία της επίσκεψης του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ το 1906 στον Πάπα Πίο Ι΄ οι εφημερίδες αντιλαμβάνονται την Βασιλική επίσκεψη ως απότιση φόρου τιμής στην φιλανθρωπική στάση του Πάπα Πίου Ζ΄ στους αναξιοπαθούντες Έλληνες των χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης.

Τον Σεπτέμβριο του 1823 ο Μιαούλης ευρισκόμενος στην Τήνο με τον στόλο του και μαθαίνοντας τον θάνατο του φιλέλληνα Ποντίφηκα, διέταξε το στόλο του να ανυψώσει μεσίστια τη σημαία και να αποδώσει τις δέουσες τιμές στον μεταστάντα κατά τη διάρκεια της επιμνημόσυνης ακολουθίας στο Καθολικό Ναό της Τήνου.
Οι προσπάθειες της Προσωρινής Διοίκησης για διαπραγμάτευση διπλωματικών σχέσεων με την Αγία Έδρα και Ένωση των Εκκλησιών

Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Α. Μαυροκορδάτος συνεργαζόμενος με τον Υπουργό Εξωτερικών Θ. Νέγρη και γνωρίζοντας τη γεναιόδωρη στάση του Πάπα Ζ΄ έναντι των προσφύγων, επιχείρησε να συνάψει σχέσεις με την Αγία Έδρα. Προσέβλεπε σε μια μεσολάβηση της Αγίας Έδρας της οποίας το κύρος και η επιρροή ήταν μεγάλη στους Καθολικούς ηγεμόνες της Δύσης. Γι΄ αυτό αποφασίστηκε από την κυβέρνηση να προταθεί στον Πάπα Πίο Ζ΄ η ένωση της Εκκλησίας της Ελλάδας με την Καθολική Εκκλησία, πρόταση η οποία θεωρήθηκε από την Ελληνική ηγεσία ως ένα αντάλλαγμα προς την Αγία Έδρα.

Στις 14 Απριλίου 1822 ο Μαυροκορδάτος έστειλε από την Κόρινθο εμπιστευτική επιστολή στον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Νάξου Ανδρέα Veggetti, με την οποία τον καλεί να μεταβεί στην Κόρινθο το γρηγορότερο για να συζητήσουν για την Καθολική Εκκλησία.

Παρόμοια επιστολή έστειλε την ίδια ημέρα στον Αρχιεπίσκοπο Νάξου και ο Υπουργός Εξωτερικών Θ. Νέγρης. Οι δυό αυτές επιστολές στάλθηκαν στην Νάξο με τον έμπιστο απεσταλμένο Ευάγγελο Μεξικό. Το κείμενο έχει ως εξής:

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ
Προς: Πανιερώτατο Αρχιερέα της Νάξου κύριο Βικ. Βεργέττη
Πανιερώτατε,
Του Έθνους ημών. Σας προσκαλώ λοιπόν, να λάβητε τον κόπον, να μεταβήτε ενταύθα όπου τάχος, δια να διαλάβωμεν ομιλίας τινάς αναγκαίας περί της Ιεράς Δυτικής του Χριστού Εκκλησίας, εις την οποίαν αξίως παριστάνετε τον φιλόσοφο αυτής υπέρτατον Αρχηγόν, προς τον οποίον μεγίστην χρεωστεί η Ελλάς ευγνωμοσύνη.
Τα φώτα και η αρετή Σας με εγγυώνται της ωφελείας, όσην ελπίζω, να προξενήσει η ολιγοήμερος ενταύθα διατριβή σας.
Ο γραμματοκομιστής κύριος Ευάγγελος Μεξικός είναι διορισμένος, να φροντίσει περί της μεταβιβάσεως Σας. Είμαι βέβαιος, ότι μεγίστην αγαλλίασιν αισθάνεται η καρδιά Σας εφόσον βλέπετε τους Έλληνες αμετάθετους να απαιτώσι την νόμιμον πολιτικήν αυτών ανεξαρτησίαν και επιμένοντες, να προχωρώσιν εις τον ιερόν αυτόν σκοπόν, εις τον οποίον ηυδόκησεν, ως βλέπομεν, η θεία πρόνοια να φθάσωσι προσεχώς, αλλ΄ είσθε Έλλην και Ελλήνων πνευματικώς άρχετε.
Αμφότερα ταύτα καθυποβάλλουσι την Παντιερότητά Σας ως χρέη, των οποίων την εκπλήρωσιν ούτε γήρας ούτε τι έτερον δύνανται, να παρεμποδίσωσιν εις περιστάσεις μάλιστα, οιαι αι παρούσαι της αναγεννήσεως.
Εν Κορίνθω τη 14η Απριλίου 1822
Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού
Α. Μαυροκορδάτος

Από τον τόνο της επιστολής, σκοπός της Διοίκησης ήταν η διαπραγμάτευση εκκλησιαστικών υποθέσεων. Ο Veggetti υπέβαλε την επιστολή, στις 7 Μαϊου 1822 στη Ρωμαϊκή Σύνοδο για την Διάδοση της Πίστης στον Καρδινάλιο Fontane, αναφέροντας ότι ο Έλληνας ταχυδρόμος του ανακοίνωσε ότι σκοπός της πρόσκλησης στην Κόρινθο ήταν μετά τις διαβουλεύσεις να σταλεί ο Αρχιεπίσκοπος Νάξου στον Πάπα για την διαπραγμάτευση της ένωσης των Ελλήνων με τη Ρώμη.

Βέβαια δεν είναι καθόλου απίθανο, σε συνάρτηση με όλες τις κινήσεις της Ελληνικής διπλωματίας, οι επιστολές Μαυροκορδάτου – Νέγρη προς τους Καθολικούς Ιεράρχες να ήταν ελιγμός που αποσκοπούσε στην ενημέρωση των Μεγάλων Δυνάμεων, διότι ήξεραν ότι οι Ιεράρχες θα ενημέρωναν την Αγία Έδρα και τη Γαλλία, για τον απελευθερωτικό χαρακτήρα της Επανάστασης. Σ΄ αυτό συνηγορεί και η αίτηση οικονομικής βοήθειας του Αγώνα που απηύθυνε ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Μαυροκορδάτος στον Ποντίφικα στις 18 Ιουλίου στα 1822. Το γράμμα γράφει τα ακόλουθα:
«Τα δάκρυα του Χριστιανικού Έθνους που απειλείται από ολοκληρωτικό αφανισμό απευθύνονται στην ευσπλαχνία του Αρχηγού της Χριστιανοσύνης. Σε ποιόν θα μπορούσε να απευθύνει το Ελληνικό Έθνος τις παρακλήσεις του και να παρουσιάσει τις δυστυχίες του;

[…] Το μεγαλύτερο ή καλύτερα το μόνο εμπόδιο που τίθεται στην ευόδωση των αγώνων μας, είναι η δυσκολία εξεύρεσης χρημάτων και μέσων […] Η Πατρική Ποντιφική Κυβέρνηση εξέφρασε σε διάφορες ευκαιρίες την πρόθυμη συμπόνια της απέναντι σ΄ αυτό το δύστυχο Έθνος. Εκφραστής αισθημάτων ευγνωμοσύνης του Έθνους, θεωρώ συναφές με το καθήκον μου την αποστολή του κυρίου καθηγητού Ιωάννη Τσιαπρασλή ώστε να εκφράσει τον μέγιστο σεβασμό προς την Αγιότητα του υπάτου Ποντίφικα, την ευλάβεια και την εκτίμηση ενός ολόκληρου λαού και για να ζητήσει να αξιωθεί να τείνει μια χείρα βοηθείας ώστε να σωθεί από τον κατήφορο στον οποίο έχει περιέλθει».
ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΑΣ (1822)

Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις το φθινόπωρο του 1822 πραγματοποίησαν Συνέδριο στη Βερόνα για να εξετάσουν τα επαναστατικά γεγονότα των τριών χερσονήσων της Νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα). Η απόφαση για την σύγκλιση του Συνεδρίου είχε παρθεί ήδη από το Μάϊο του 1822, κάτι που είχε πληροφορηθεί η Ελληνική Κυβέρνηση από τον Υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄, Ιωάννη Καποδίστρια. Ήταν μοναδική ευκαιρία να παρουσιαστεί στους μεγάλους της Ευρώπης το Ελληνικό ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις δηλ. ως απελευθερωτικός αγώνας κι όχι ως αγώνας Κοινωνικής ανατροπής. Η Διακήρυξη της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο της 15ης Ιανουαρίου 1822 η οποία αποτελεί το σημαντικότερο ιδεολογικό και πολιτικό μανιφέστο της Ελληνικής Επανάστασης, δεν έπειθε, με το ύφος που υιοθέτησε, ότι δεν επρόκειτο για κοινωνικό αγώνα. Σε όλα είναι έντονη η ιδεολογική και πολιτική επίδραση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Το ίδιο φάνηκε στα μάτια των μοναρχιών και με την ψήφιση του Συντάγματος της Επιδαύρου.

Πριν αρχίσουν οι εργασίες του Συνεδρίου, η επαναστατική Διοίκηση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία της Βερόνας για να προβάλει τα αιτήματά της και να εδραιώσει διπλωματικά την Επανάσταση. Με ημερομηνία 29 Αυγούστου 1822 απεστάλησαν τρεις επιστολές: μία στους μονάρχες της Ευρώπης, μία στον Τσάρο της Ρωσσίας Αλέξανδρο Α΄ και μία Τρίτη στον Πάπα Πίο Ζ΄. Η επιστολή προς τον Πάπα έχει ως εξής:

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ
Προς
Α.Α. Πάπα Πίο Ζ΄
Αγιώτατε Πατέρα
Είναι εδώ και πολύ καιρό που η προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος επιθυμεί να εκφράσει στην Αγιότητά Σας τον βαθύτατο σεβασμό της. Απασχολημένη, όμως, με την ικανοποίηση των πλέον πιεστικών αναγκών της πατρίδος, τα οποία απαιτούν όλη της την μέριμνα, δεν μπόρεσε μέχρι του παρόντος να συσπειρώσει το τόσο επιβεβλημένο καθήκον. Είναι με χαρά που απευθύνεται σήμερα, ευτυχής που μπορεί να συνοδεύσει την έκφραση της ευλάβειας της μαζί με τη ζωηρή ευγνωμοσύνη της για το ενδιαφέρον που η Αγιότητά Σας εκδήλωσε στα τέκνα της Ελλάδος.
Η Ελληνική Κυβέρνηση εκφράζει στην Αγιότητά Σας την ευγνωμοσύνη της για τη φιλεσπλαχνία που δείξατε στα παιδιά της Ελλάδος. Πολλοί από τους συμπατριώτες μας που, κυνηγημένοι από τους απίστους, κατέφυγαν στο Κράτος Σας, μας διαβεβαίωσαν ότι Εσείς τους δεχτήκατε με Ευαγγελική ευσπλαχνία και αληθινή πατρική καλοσύνη. Αυτές οι αρετές είναι το συνηθισμένο αγλάϊσμα της Αγιότητάς Σας. Γι αυτό παίρνουμε το θάρρος να απευθύνουμε αυτή την ταπεινή έκκληση στην Αγιότητά Σας.

Ακούσαμε ότι οι Χριστιανοί Μονάρχες, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος ανήκει στην Εκκλησιά της οποίας Εσείς είστε αρχηγός συναντήθηκαν για διαβουλεύσεις γύρω από την κατάσταση της Ευρώπης. Καταδεχτείτε, Αγιότατε Πατέρα, να είστε ο Μεσολαβητής μας, ώστε να ελευθερωθούμε από την ατυχέστατη κατάσταση στην οποία μας έχουν περιορίσει οι εχθροί του Χριστιανικού ονόματος. Βοηθούμενοι από τους Χριστιανούς μονάρχες, μπορούμε να αποτινάξουμε τον βαρβαρικό ζυγό των απίστων. Για πολύ καιρό υπέφερε το μαρτύριο για την πίστη στον Ιησού Χριστό. Κατά την διατήρηση τεσσάρων αιώνων τράφηκε με δάκρυα και ποτίστηκε με αδικίες. Είθε με την συμπαράσταση της Αγιότητάς Σας να προβάλει για μας η ημέρα της Ευτυχίας! Αυτή η ημέρα θα γεμίσει από χαρά όλους τους πιστούς και θα σφραγίσει την δόξα του Ποντίφηκα Πίου Ζ΄. Η εύσπλαχνη και γενναιόδωρη καρδιά Σας, Αγιότατε Πατέρα, θα δώσει δύναμη στη φωνή Σας, που θα αντηχήσει για μας, ώστε να μπει στις καρδιές των Χριστιανών Μοναρχών, οι οποίοι είναι ήδη αποφασισμένοι να ελαφρώσουν την δυστυχία μας. Στηριζόμενοι στην καλοσύνη και την σοφία της Αγιότητάς Σας, Σας παρακαλούμε, Αγιότατε πατέρα, να αποδεχτείτε τον σεβασμό και την συγνωμοσύνη μας και να μας δώσετε την ευλογία Σας.
Εν απουσία του Προέδρου του Εκτελεστικού
Ο Αντιπρόεδρος
Αθανάσιος Κανακάρης

Ο Γραμματέας της Επικράτειας Υπουργός των Εξωτερικών υποθέσεων
Θεόδωρος Νέγρης

Οι εκπρόσωποι των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα ο Metternich ( Μέτερνιχ), διαμήνυσαν ότι δεν επιτρέπουν ούτε την παρουσία της Ελληνικής αντιπροσωπείας ούτε την υποβολή Ελληνικών αιτημάτων στο Συνέδριο.
Να τι γράφει ο Μέτερνιχ στον Καρδινάλιο Spina:
Προς
Αυτού Εξοχότητα
Καρδινάλιο Spina
Βερόνα 30 Νεμβρίου 1822
Σεβασμιώτατε
Ένας απεσταλμένος της αυτοαποκαλούμενης Ελληνικής Κυβέρνησης επ ονόματι κόμης Α. Μεταξάς, θεωρούμενος βουλευτής της προαναφερθείσης κυβερνήσεως της Ελλάδος απευθύνθηκε από το λαζαρέτο της Αγκώνας στους Κυρίαρχους συμμάχους και στις κυβερνήσεις τους για να αποκτήσει την άδεια να μεταβεί εδώ.
Αποφασίστηκε στην συνεδρία της 29ης Νοεμβρίου, να προσκληθεί η Ποντιφική Κυβέρνηση να γνωστοποιήσει σ΄ αυτόν τον κόμη Μεταξά, που θεωρούμε ότι βρίσκεται ακόμα στην Αγκώνα ή στα εδάφη της Αγιότητός Του, ότι δεν θα δοθεί καμιά απάντηση στις επιστολές που αυτός ο απεσταλμένος απεύθυνε στους Ηγεμόνες και τους Υπουργούς τους στη Βερόνα, και να τον προειδοποιήσει συγχρόνως, ότι δεν μπορεί με κανένα λόγο να γίνει αποδεκτός εδώ.
Πληροφορώντας την Εξοχότητά Σας γι αυτή την απόφαση, έχω την τιμή να Σας παρακαλέσω να ευαρεστηθείτε να μεταδώσετε απευθείας στις Ποντιφικές Αρχές την διαταγή να κάνουν τον κόμη Μεταξά να αναχωρήσει, για να αποφύγει τις ταλαιπωρίες ενός ταξιδίου, που εκ των προτέρων θα τελειώσει στα σύνορά μας.
Καγκελάριος Μέττερνιχ

Ζήτησαν μάλιστα, από την Αγία Έδρα να απομακρύνει την αντιπροσωπεία από τα Παπικά εδάφη και να εμποδιστεί η περαιτέρω διέλευσις από τα εδάφη, διότι η Ελληνική αντιπροσωπεία, αποτελείτο από πολίτες ανύπαρκτου κράτους, χωρίς διαβατήριο και με εξουσιοδότηση μιας κυβέρνησης που δεν είχε αναγνωριστεί από κανένα. Το Συνέδριο της Βερόνας ήταν ενήμερο για τις ενέργειες διαμεσολάβησης που ζητήθηκαν από την Αγία Έδρα κι όπως ενημερώνει ο Spina του Gonsali, γι αυτόν τον λόγο τα έγγραφα που στάλθηκαν από τη Ρώμη στις 19 Νοεμβρίου έφθασαν στην Βερόνα στις 30 Νοεμβρίου. Ωστόσο ο Spina εκτελώντας τις εντολές του Πάπα συναντήθηκε για τις Ευρωπαϊκές προεκτάσεις της Επανάστασης.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ Π. ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

Η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει, όμως, να στείλει παράλληλα και μια δεύτερη αντιπροσωπεία, φανερά και αποκλειστικά προς τον Πάπα, αποτελούμενη από τον Επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Ενώ, όμως, αρχικά την επιστολή προς τον Πάπα, για μεσιτεία στους Μονάρχες υπέρ των Ελλήνων, ήταν να την επιδώσει ο Π.Π. Γερμανός, την επέδωσε μέσω Benvenoti – Gonsalri o Μεταξάς. Κι αυτό γιατί τελικά από παράλληλη με τν αποστολή Μεταξά – Jourdain, η αποστολή Γερμανού – Μαυρομιχάλη έγινε μεταγενέστερη. Η Προσωρινή Διοίκηση ανέθετε ουσιαστικά στο Γερμανό να πετύχει την αναγνώριση της Ελληνικής αρχής από τον Πάπα και να συστήσει φιλικές (διπλωματικές) σχέσεις με τη Ρώμη. Η δεύτερη αυτή αντιπροσωπεία που έφθασε στην Αγκώνα στα μέσα Δεκεμβρίου 1822 ήρθε σε επαφή με τον Benvoti μέσω του εμπόρου Γ. Δουρούζη και έστειλε στον Cansalvi επιστολή.

Από την αλληλογραφία Benwenoti – Consalvi διαφαίνεται ότι ο Π.Π. Γερμανός ήταν προφορικά εξουσιοδοτημένος να ζητήσει την προστασία του Πάπα Πίου Ζ΄ για τους αγωνιζόμενους Έλληνες προτείνοντας ως αντάλλαγμα την Ένωση των Εκκλησιών. Μια πρόταση που είχε ήδη διατυπωθεί από την Κυβέρνηση τον περασμένο Απρίλιο, η οποία προφανώς δεν είχε αποτέλεσμα διότι η ενωτική πολιτική της Αγίας Έδρας είχε αλλάξει: επιδίωκε την εκκλησιαστική κοινωνία μέσω μεμονωμένων μεταστροφών στον Καθολικισμό κι όχι ολόκληρων πληθυσμών.

Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το ότι οι αποστολές εκπροσώπων από το Εκτελεστικό, εξ΄ ονόματος της Επανάστασης, ως «ικετών» στην Ευρώπη θεωρήθηκαν παράτυπες διότι δεν είχαν εγκριθεί από το βουλευτικό. Η αποστολή του Π.Π. Γερμανού στον Πάπα με την πρόταση για Ένωση των Εκκλησιών, απέβλεπε κατά τον Ν. Σπηλιάδη στο να καταλάβουν οι Δυτικοί ότι οι Έλληνες δεν ελπίζουν μόνο από τους Ρώσους.
Ο ισχυρισμός ότι οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν ήταν ικέτες, όπως στην Βερόνα, αλλά παραστάτες κι επίτροποι στην Αυλή της Ρώμης, ελέγχεται για την αληθοφάνειά του διότι τα σχετικά επίσημα έγγραφα, δεν δημοσιεύονται στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγεννεσίας (ΑΕΠ) και γιατί όταν υπάρχει διαπίστευση επιδίδονται διαπιστευτήρια! Επίσης δεν είναι σαφές αν η διαπίστευση αφορούσε το Παπικό Κράτος ή την Αγία Έδρα τα οποία δεν ταυτίζονται.

Όπως μας πληροφορεί ο Hofmann, οι πρεσβευτές αυτοί στα τέλη Δεκεμβρίου 1822 και στα τέλη Ιανουαρίου 1823 ζήτησαν από τον Αποστολικό Δελεγάτο Benvenoti να γίνουν δεκτοί από τον Πάπα Πίο Ζ΄. Ένα αίτημα που ο Γραμματέας του Κράτους Καρδινάλιος Consalvi δεν μπορούσε να κάνει αποδεκτό δίχως να θέσει σε κίνδυνο τους Καθολικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και την ίδια τη διαπραγματευτική ευχέρεια του Ποντίφικα.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι Π. Π. Γερμανός δεν ήταν πεπεισμένος να πάει στη Ρώμη, ούτε να φέρει σε πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί.

( Ο Μανίκας Κ.Ι. αξιολογεί ότι ο Γερμανός με την αναβλητικότητά του και με την παραπληροφόρηση του Μαυροκορδάτου – Νέγρη για απόλυτα αρνητική στάση της Αγίας Έδρας στις Ελληνικές θέσεις, οδήγησε σε πλήρη αποτυχία την αποστολή του).

Η Διεθνής Διπλωματία μέχρι το 1829

Οι τρείς Μεγάλες Δυνάμεις που εμπλέκονται στο Ελληνικό ζήτημα (Ρωσία, Μ. Βρετανία, Γαλλία) δεν ακολούθησαν ενιαία πολιτική. Η Ρωσία και η Αγγλία που είχαν την μεγαλύτερη ανάμειξη, μπροστά στη γενίκευση της κρίσης, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις αρχικές τους θέσεις.
Η Ρωσία διάκειται θετικά στην Επανάσταση. Μία Ελληνική νίκη εξυπηρετούσε τα Ρωσικά συμφέροντα, κυρίως ναυτικά και εμπορικά. Παρόλα ταύτα ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄δ δεσμεύεται επίσημα, γνωρίζοντας τη βούληση της Αυστρίας και της Αγγλίας το 1822 να μην επιτρέψει Ρωσική επέμβαση στην Ελλάδα. Η Αυστρία ενδιαφερόταν περισσότερο για την επιρροή της στα Βαλκάνια ενώ η Αγγλία για την Μέση Ανατολή και την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Ήδη από το Συνέδριο της Βερόνας άρχισαν να φαίνονται οι πραγματικές ανησυχίες των Μεγάλων Δυνάμεων που επικεντρώνονται στο μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: αν βοηθήσουν του Έλληνες και αποδυναμωθεί η Τουρκία θα αρχίσουν οι διενέξεις μεταξύ τους για το μοίρασμα των εδαφών της. Η σύμπλευση της Ρωσίας με τα άλλα κράτη στη Βερόνα, καταδικάζοντας την Ελληνική επανάσταση, δημιουργεί κλίμα παρέμβασης των Δυνάμεων υπέρ της Ελλάδας. Το 1823 ο νέος Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Canning δηλώνει επίσημα ότι αναγνωρίζει Έλληνες και Τούρκους ως εμπόλεμους. Αυτή η δήλωση αναγνωρίζει την επανάσταση ως νόμιμη, καταφέρνοντας ισχυρό κτύπημα στη θεωρία της αρχής της νομιμότητας του Metternich. Το 1824 η Ρωσία με την σειρά της, θέλοντας να είναι παρούσα στα τεκταινόμενα της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, πρότεινε την δημιουργία τριών Ελληνικών ηγεμονιών με Έλληνες διοικητές κάτω όμως, από την Οθωμανική κυριαρχία. Κανείς, όμως, δεν το δέχτηκε: Οι Έλληνες το θεώρησαν λειψό και οι Τούρκοι απαράδεκτο. Το 1825 εμπλέκει και τους Αιγύπτιους στο πλευρό της Τουρκίας κλυδωνίζοντας την Επανάσταση. Οι θλιβερές εξελίξεις στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο ωθούν την Ελληνική Κυβέρνηση στην αγκαλιά της Αγγλίας, θέτοντας την ύπαρξη του Έθνους στην υπεράσπιση της Μεγάλης Βρετανίας. Φοβούμενοι Ρωσική παρέμβαση η Αγγλία, αρνείται, θυσιάζοντας οικονομικά συμφέροντα. Τον ίδιο χρόνο η Ρωσική πολιτική αλλάζει με τον νέο τσάρο Νικόλαο Α΄.

Η απειλή ρωσοτουρκικού πολέμου αναπτερώνει τους Έλληνες. Μία τέτοια τροπή θα αποδυνάμωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την οποία απευχόταν η Μεγάλη Βρετανία. Στην προσπάθειά της να ελέγξει την Ρωσική επέκταση υπογράφει πρωτόκολλο στις 4 Απριλίου 1826 αναλαμβάνοντας το ρόλο διαιτητή μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων. Για να μη θιγούν τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων προτεινόταν η δημιουργία ενός Ελληνικού Κράτους αυτόνομου, αλλά υποτελές στην Υψηλή Πύλη. Από την άλλη ο ελιγμός της συμφωνίας του Akkerman (7 Οκτωβρίου 1826) δεν απέφερε τα αποτελέσματα που επιθυμούσε η Τουρκία. Η βούληση Ρωσίας και Αγγλίας, όμως, το 1827 είναι να επιβάλουν ανακωχή τους εμπόλεμους. Η πίεση που ασκούν προς αυτή την κατεύθυνση παρεκτρέπεται και οδηγεί στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, την οποία οι Άγγλοι θεωρούν θλιβερό γεγονός.

Η Τουρκία βλέπει την νίκη να χάνεται μέσα από τα χέρια της και οι Έλληνες αρχίζουν να ελπίζουν.
Το 1828 είναι και το έτος που απεμπολίζει τις Ρωσοαγγλικές διαφορές με την αποδοχή της Γαλλικής πρότασης που άφηνε στη Ρωσική επιρροή τις παραδουνάβιες ηγεμονίες δίχως κανένα, όμως, δικαίωμα ανάμιξης στην Ελληνική Επανάσταση. Στα πλαίσια του Γαλλικού σχεδίου Αγγλία και Γαλλία αναβαθμίζουν το ρόλο τους στην Ελλάδα με την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο.

Έτσι η πολυπόθητη ίδρυση ελεύθερου Κράτους από τους Έλληνες γίνεται ορατή στην Συνδιάσκεψη του Πόρου (12 Δεκεμβρίου 1828).

Οι πρέσβεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας αποφασίζουν την ίδρυση Ελληνικού Κράτους με κληρονομικό ηγεμόνα, πληρώνοντας όμως, φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο.
Η Γραμματεία του Κράτους του Βατικανού, παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην Ελλάδα, τόσο μέσω του Γενικού Προξένου στην Κέρκυρα, όσο και μέσω του Αποστολικού Δελεγάτου στην Αγκώνα, ο οποίος βρισκόταν σε επικοινωνία με τους εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβέρνησης Ορλάνδο και Λουριώτη. Σε επιστολή τους στον Benrenoti στις 18 Μαρτίου 1825 έδιναν νέα για την κατάσταση στην Ελλάδα και τις διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο και το Παρίσι για την σύναψη δανείου. Σ΄ αυτή την επιστολή εσώκλειαν και επιστολές του Γραμματέα της Επικράτειας Α. Μαυροκορδάτου. Δυστυχώς το περιεχόμενο αυτών των επιστολών, παραμένει άγνωστο.

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι ο τρόπος που χειρίστηκε η Αγία Έδρα τις κινήσεις Μαυροκορδάτου – Νέγρη και των άλλων εμπλεκομένων, διέσπασε την ενότητα των στόχων των Ελλήνων πολιτικών κι έτσι ευεργέτησε, τελικά, την Ελλάδα διότι τους βοήθησε να διακρίνουν τα Εθνικά από τα Θρησκευτικά ζητήματα της αγωνιζόμενης Πατρίδας.
Έτσι από το δαυλό του Καψάλη και από τον καπνό του τελευταίου πυροβόλου που ήχησε στα αλμυρά νερά του Ναυαρίνου, έβγαινε καταματωμένη η Ελλάδα. Η Ελλάδα ελεύθερη, το όνειρο του Ρήγα Φερραίου και ο μακρός πόθος
τόσων γενεών.

*Γεωλόγος
Πρόεδρος «Ομοσπονδίας
Συνδέσμων Ελλήνων Καθολικών»

0
No votes yet
Your rating: Κανένα