Ο ντρουβάς

Δυο γιους είχε κάποιος και πολύ περιουσία. Μόλις τελείωσαν το δημοτικό τα κοπέλια τα ρώτηξε:
- Ε, λέτε εδά ίντα θα γίνετε
- Εγώ θέλω πατέρα να δουλέψω στα χωράφια μου, είπε ο ένας ο πιο δουλευτής.
- Εγώ θέλω σπουδές, είπε ο άλλος ο ντελμπίσης.
Έστειλε λοιπόν τον τελευταίο στο γυμνάσιο, και κράτησε τον άλλο στα χωράφια. Σαν τελείωσε κάποτε το γυμνάσιο, κι αυτό γιατί έσπρωχνε πιότερο του γέρου το πουγκί παρά το μυαλό του, εζήτησε ο τεμπέλης εξωτερικό, να σπουδάσει λέει ξένες γλώσσες.
- Και από πια μωρέ θα ντακάρεις; Ερώτηξε ο γέρος, που ναι μεν δε λυπότανε τα έξοδα, αλλά και που διαισθανότανε πως δεν θελα ξετελέψει πράμα.
- Γαλλικά θέλω πρώτα, πατέρα.
Στο της Γαλλίας που πήγε, κάθισε γυριστούς τρεις χρόνους στο τοπικό πανεπιστήμιο, και κάποτε επέστρεψε στο χωριό.
- Έμαθες μρε τη γαλλική; Είπε ο γέρος με χτυποκάρδι.
- Βεβαίως πατέρα!.
- Για πες μου μωρέ, του είπε ο πατέρας του, τη μάνα πως τη λένε στα γαλλικά;
- Α! Πολύ εύκολο μπαμπά, είπε πρόθυμα ο γιος.
- Μανιέν, τηνε λένε.
- Το ψωμί; Πως μωρέ το λένε αυτοί το ψωμί;
- Ψωμιέν, πατέρα.
- Και τον ντρουβά, μωρέ;
- Ντροβιέν.
Εσταμάτησε η καρδιά του γέρου να χτυπά. "Στσ' ανέμους επέταξα τα λεφτά", εσκέφτηκε. Η απογοήτευση του εγύρησε γρήγορα σε στεναχώρια, και από 'κει πετάχτηκε στο θυμό για να καταλήξει στην έκρηξη.
- Σήκω πάνω γαϊδούρακα να πάρεις τον ντροβιέν, να βάλεις μέσα λίγο ψωμιέν, και να πας στο χωραφιέν, να μη σου απαφτώσω το μανιέν!

[Από τη συλλογή του Γιώργη Βιτώρου]

0
No votes yet
Your rating: Κανένα